Η βία των αστυνομικών και οι χυδαίες απόπειρες βίαιης εξιδανίκευσής της
Η βία των αστυνομικών και οι χυδαίες απόπειρες βίαιης εξιδανίκευσής της
I)Αυτές τις ημέρες εκατομμύρια Ελλήνων τηλεθεατών παρακολουθούν, εκόντες άκοντες, στις τηλεοπτικές τους οθόνες την ανάρτηση φωτογραφιών φρικωδώς παραμορφωμένων προσώπων νεαρών συλληφθέντων ατόμων, κατηγορουμένων για ληστεία από κοινού. Το ειδεχθές αυτό τηλεοπτικό θέαμα προκάλεσε σωρεία δυσμενών σχολίων ευρύτατης κλίμακας μέχρι του σημείου ν’ ασχοληθούν μαζί του, με έντονη επικριτική διάθεση, ξένα ΜΜΕ (βλ. τον Γκάρντιαν του Λονδίνου) ως και διεθνείς οργανώσεις (π.χ. Διεθνής Αμνηστία). Καταβλήθηκε, (κι’ εξακολουθεί να καταβάλεται, με εντεινόμενους, μάλιστα, ρυθμούς μέχρι και σήμερα -6/2/2013-) προσπάθεια να εμφανιστεί η βίαιη παραμόρφωση των προσώπων των συλληφθέντων νεαρών κατηγορουμένων, ως απότοκος, πρωτίστως, της δικής τους αδικοπραγίας και, κυρίως, της βαρύτητας της τελευταίας και ΟΧΙ ως ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΒΙΑ κατ’ αυτών των αστυνομικών που τους συνέλαβαν.
Σημαιοφόρος αυτής της, πολιτικά και ηθικά, διαβλητής σταυροφορίας ο υπουργός Δημόσιας Τάξης (ΔΕΝ-ΔΙΑΣ) που εστιάζει το ενδιαφέρον του στην κοινωνική και ηθική απαξία της αδικοπραγίας των συλληφθέντων την οποία και καταδεικνύει ως αποκλειστική πηγή που, όχι μόνον εξηγεί την κακοποίηση των συλληφθέντων, αλλά, επιπροσθέτως, την δικαιολογεί από νομική και ηθική άποψη. Σε απλά ελληνικά η στάση του εδράζεται σε τούτον τον ισχυρισμό: όσο πιο βαρειά είναι η αξιόποινη συμπεριφορά του συλληφθέντος δράστη, τόσο πιο ισχυρά πρέπει να είναι-ή ΄΄φυσιολογικά΄΄ αναμένονται να είναι- τα κατά του σώματος του πλήγματα των αστυνομικών που τον συνέλαβαν. Δηλαδή, εγκαθιδρύεται μια άμεση σχέση συνάρτησης μεταξύ της βαρύτητας του εγκλήματος του δράστη και της ΜΕΤΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ αστυνομικής βίας που δέχτηκε στο σώμα του ο τελευταίος.
Αυτήν την, νομικά ανορθόδοξη και κοινωνικά βαθύτατα εσφαλμένη, εξαιρετικώς επικίνδυνη συλλογιστική «άποψη», έσπευσαν, ασθμαίνοντες και διαγκωνιζόμενοι, να την υιοθετήσουν και να την αναπαράγουν οι πολυπληθείς τηλεοπτικοί υπηρεσιακοί διανοούμενοι (δηλονότι αυτοί που παράγουν ιδεολογία για την αγορά) με τον γνωστό τοις πάσιν βομβώδη θόρυβο ανάμεικτο με υπερχειλή δημοσιογραφική προφάνεια και την εγγενή στο είδος αβυσσαλέα προχειρότητα. Μ’ αυτήν την ευμήχανη μεν, δύσοσμη δε, μεθόδευσή τους, κατακλύστηκαν (κι’ εξακολουθούν να κατακλύζονται!) οι τηλεοπτικές οθόνες μας από αντιεπιστημονικές αντιλήψεις με άμεσο κίνδυνο να υποστούν οι αδαείς τηλεθεατές διανοητική δηλητηρίαση.
II)Η Ελλάδα δεν ήταν (τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα!) ένας πολιτικοκοινωνικός χώρος όπου οι αστυνομικοί, αμιλλώμενοι αντάξια τους συναδέλφους τους της Αλαμπάμα, θεωρούν ότι τους παρέχεται πλήρης δυνατότητα «απεριόριστης αυτοέκφρασης» σε σχέση με την καταπολέμηση αξιοποίνων πράξεων. Από στενή-νομική άποψη, εξακολουθεί και σήμερα, εν τινι μέτρω ,βέβαια, να ΜΗΝ είναι τέτοιος χώρος. Τώρα, το αν η υφιστάμενη ακόμη νομική μας πραγματικότητα, ΔΕΝ εξυπηρετεί τις «ανάγκες» της πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας, όπως τις προσδιορίζει η κυρίαρχη ταξική βούληση και επιχειρεί να τις υλοποιήσει το υπηρετικό πολιτικό-κυβερνητικό προσωπικό της, ας επιχειρήσει το τελευταίο να την «προσαρμόσει» νομοθετικά στις υπόρρητες προσδοκίες του! Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να την σέβεται, πριν την αντικαταστήσει. Αυτό επιτάσσουν οι στοιχειώδεις κανόνες της νομιμότητας υπέρ της οποίας αόκνως κόπτονται οι κυβερνητικοί και τηλεοπτικοί έμμισθοι υπάλληλοι, με τον συνάδοντα, βεβαίως, βαλκανικό στόμφο. Διαφορετικά, η «ανάγνωση της νομιμότητας» που επιχειρούν, δεν είναι μόνο δύσαρθρη και αποκρουστικά μεροληπτική, αλλά και ΚΙΒΔΗΛΗ.
Πάντα υπήρχαν κανόνες δικαίου που ρύθμιζαν την οπλοφορία και την οπλοχρησία των αστυνομικών. Ουδέποτε η ελληνική πολιτεία άφησε, τουλάχιστον επισήμως!, τους αστυνομικούς της να συμπεριφέρονται ως να βρισκόντουσαν σε κατακτημένη χώρα ή σε «πολιτικώς ασύνακτον χώραν». Το εάν δεν φρόντιζε, συχνάκις, ν’ απαιτεί απαρεγκλίτως την πιστή τήρηση της νομιμότητάς της εκ μέρους των αστυνομικών της, ας όψονται οι διαολεμένες πολιτικές και ιδεολογικές προτιμήσεις της!
Έτσι, μέχρι το σωτήριον έτος 2003, ίσχυε και εφαρμοζότανε ο Νόμος 29/1943 (ναι, ναι, της ξενικής κατοχής!) που ρύθμιζε το ζήτημα της χρήσης όπλων «από δημόσια δύναμη». Με τις νομολογιακές και, κυρίως, τις κατά καιρούς, εισαγγελικές παρεμβάσεις, ο νόμος αυτός ερμηνεύτηκε ΚΑΙ εφαρμόστηκε σύμφωνα με τα μεταπολιτευτικά νομικά και πολιτικά δεδομένα της νεοελληνικής κοινωνίας. Συγκεκριμένα: οι προϋποθέσεις της οπλοχρησίας εκ μέρους της «δημόσιας δύναμης»-πρωτίστως της αστυνομίας-έπρεπε, κατά το ρημαδοΣύνταγμά μας και τους συνάδοντες μ’ αυτό νόμους, να συναχθούν, πρωτίστως, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου-δηλαδή του Ποινικού μας κώδικα-περί άμυνας (άρθρο 22 του Π.Κ), περί κατάστασης ανάγκης που αποκλείει το άδικο (άρθρο 25 του Π.Κ), περί προσταγής (άρθρο 21 του Π.Κ), ή περί λόγων που αποκλείουν το άδικο της πράξης (όταν π.χ. η πράξη-δηλαδή η οπλοχρησία και τα φυσικά αποτελέσματά της-αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από τον νόμο (άρθρο 20 του Π.Κ). Ως βασικές προϋποθέσεις της νόμιμης χρήσης των όπλων εκ μέρους «της δημόσιας δύναμης», καθορίστηκαν, θεωρητικά ΚΑΙ νομολογιακά, οι ακόλουθες Αρχές 1) της αναγκαιότητας, 2) της αναλογικότητας και 3) της επιείκειας. Από τις προαναφερθείσες αρχές προκύπτει αναποδράστως ότι απαγορεύεται- δηλαδή καθίσταται ΑΞΙΟΠΟΙΝΗ- οποιαδήποτε ΥΠΕΡΒΟΛΗ, οποιαδήποτε υπαίτια ΥΠΕΡΒΑΣΗ αυτών των Αρχών. (βλ. ad hoc την Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μ’ αριθμό 12/1992 στα Ποινικά Χρονικά τόμος ΜΒ (1992) σελ.1235 επ). Στην συνέχεια, οι διατάξεις του πιο πάνω κατοχικού νόμου, ερμηνεύτηκαν ακόμη πιο συσταλτικά μια και κρίθηκε πως οι διατάξεις τούτου που επιτρέπουν στους αστυνομικούς να πυροβολούν, προς εκφοβισμό, τραυματισμό ή ΘΑΝΑΤΩΣΗ των (νομίμως) κρατουμένων που δραπετεύουν ή αποπειρώνται να αποδράσουν, αντιβαίνουν στα άρθρα 5 παραγ.2 και 7 παραγ.2 του Συντάγματος και του Σωφρονιστικού Κώδικα (άρθρο 93) που ρυθμίζει εξαντλητικά τα μέτρα τάξης και κατευνασμού στις φυλακές, και ως αντισυνταγματικές, ΔΕΝ ισχύουν, ΔΕΝ εφαρμόζονται(βλ. ad hoc την μ’ αριθμό 1802/1996 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στα Ποινικά Χρονικά, τόμος ΜΣΤ (1996) σελ.1523 επ).
Στις 24-7-2003 τέθηκε σε ισχύ ο Ν.3169/2003 με βάση τον οποίο καταργήθηκε ο προαναφερθείς κατοχικός νόμος και ρυθμίστηκε αναλυτικά-εξαντλητικά, ίσως,- η οπλοφορία και η χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς. Με βάση το άρθρο 3 του νόμου αυτού, ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον αυτό απαιτείται, για την εκπλήρωση του καθήκοντός του ΜΟΝΟΝ όταν συντρέχουν οι ακόλουθες εν συνόψει προϋποθέσεις: Α) Έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα Β) Έχει δηλώσει (ο αστυνομικός) την ιδιότητά του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση πυροβόλου όπλου και Γ) Η χρήση πυροβόλου όπλου ΔΕΝ συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της επαπειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής. (Ο γνωστός κανόνας του δικαίου: Δεν πυροβολούμε τα σπουργίτια με κανόνια!). Δεν σταματάει, όμως, εκεί: Με την παράγραφο 6 του αυτού άρθρου 3, ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης (και τέτοιος είναι εκείνος που αποσκοπεί να πληγεί άνθρωπος και πιθανολογείται ακόμη και Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ), επιτρέπεται ΜΟΝΟΝ σε δύο(2) περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις α) για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου και β) για την διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης. Σε κάθε άλλη περίπτωση ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΑΙ πυροβολισμός με στόχευση ανθρώπου! Όσοι επιμένουν να βλέπουν και να θέλουν τους αστυνομικούς να πυροβολούν και να σκοτώνουν ανθρώπους εική και ως έτυχεν, μπορεί να επινοούν διαύλους διοχέτευσης των φασιστικών ορμέμφυτών τους, αλλά ΠΑΡΑΘΕΩΡΟΥΝ την ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ μας ακόρεστοι εραστές της οποίας διατείνονται ότι είναι!
III)Συχνότερο φαινόμενο εκείνου της οπλοχρησίας των αστυνομικών είναι η αστυνομική βία εναντίον ανθρώπων που διέπραξαν (ή φέρονται ότι διέπραξαν) αξιόποινες πράξεις τους οποίους και οι αστυνομικοί οφείλουν να συλλάβουν (προκειμένου να τους προσαγάγουν στην δικαιοσύνη για να δικασθούν). Στην περίπτωση αυτήν ο ΑΠΑΡΑΒΑΤΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ συνίσταται εις τούτο: Η αστυνομική βία ασκείται ΜΟΝΟΝ τότε όταν ο συλληφθησόμενος ΑΡΝΕΙΤΑΙ να συμμορφωθεί εκουσίως στην νόμιμη προσαγωγή του· η έκταση, η διάρκεια και η ένταση αυτής της (αστυνομικής βίας-manumilitari-) απαιτείται, κατά νόμον, να βρίσκεται σε πλήρη αντιστοίχιση με την προβαλλόμενη βία του καθού η νόμιμη σύλληψη και ΠΟΤΕ να είναι δυσανάλογη, υπέρμετρη, άσκοπη. Και όλα αυτά μέχρι την στιγμή που επιτευχθεί η σύλληψη. Την στιγμή εκείνη (που επετεύχθη ο σκοπός της σύλληψης) ΠΑΥΕΙ ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣ να υφίσταται περαιτέρω νόμιμος λόγος άσκησης αστυνομικής βίας. Απ’ την στιγμή που η σύλληψη επετεύχθη, κάθε περαιτέρω αστυνομική βία κατά του ΗΔΗ συλληφθέντος, παρίσταται ως προσωπική εμπάθεια, ως ανεπίτρεπτη μνησικακία, ως σκόπιμη βαρβαρότητα, ως ταπεινή και ψυχρή προσωπική εκδίκηση! Η μετεγκληματική αστυνομική βία που αποσκοπεί στην σύλληψη του ήδη εγκληματήσαντος δράστη, μόνον σύμφωνα με τις αγοραίες αντιλήψεις των τηλεεισαγγελέων του ΣΚΑΪ, βρίσκεται σε ευθεία και άμεση αντιστοίχιση με την απαξία του εγκλήματος που αυτός ετέλεσε· την νομική, κοινωνική και ηθική απαξία του διαπραχθέντος εγκλήματος, θα την αξιολογήσουν ο εισαγγελέας και οι δικαστές και ΟΧΙ οι συλλαβόντες τον δράστη αστυνομικοί. Τα αντιθέτως υποστηριζόμενα συναποτελούν αντιεπιστημονικές φαιδρότητες που σκοντάφτουν στην νομιμότητά μας και στον νομικό πολιτισμό μας (όσος μας απέμεινε).
Η μακροσκοπική και μόνον θέα των προσώπων -μάλλον, ό,τι απέμεινε από αυτά- των συλληφθέντων κατηγορουμένων αρκεί για να μαρτυρήσει βάσιμα ότι κακοποιήθηκαν βάναυσα απ’ τους αστυνομικούς ΜΕΤΑ την επιτευχθείσα σύλληψή τους. Οι ενθουσιώδεις θιασώτες της (επιλεκτικής) νομιμότητας, ας έχουν υπόψη τους ότι με το άρθρο 1 του Ν.1500/1984 θεσμοθετήθηκε ίδιον έγκλημα -και εντάχθηκε στον Ποινικό μας Κώδικα ως άρθρο 137Α- με τίτλο «Βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» που τιμωρεί αυστηρά παρόμοιες εξευτελιστικές του ανθρώπινου είδους συμπεριφορές. [Η ratio (δικαιολογητικός λόγος θέσπισης) αυτής της διάταξης συνίσταται εις τούτο: Με τα βασανιστήρια ΔΕΝ προσβάλλονται μόνον τα επί μέρους έννομα αγαθά όπως είναι π.χ. η τιμή, η σωματική ακεραιότητα, η υγεία, η προσωπική ελευθερία, η γενετήσια αξιοπρέπεια του ανθρώπου κεχωρισμένως· υπάρχουν επί μέρους διατάξεις που τιμωρούν αυτές τις κατ’ ιδίαν αξιόποινες συμπεριφορές. Με τα βασανιστήρια προσβάλλεται ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ στην ΟΛΟΤΗΤΑ του ως τέτοιος από εκείνον που έχει θεσμικά καθήκον να τον προστατεύει και στην εξουσία του οποίου περιέρχεται· στα βασανιστήρια ο άνθρωπος-θύμα προσφέρεται ως πτυελοδοχείον της θηριωδίας του θύτη του. Μ’ άλλα λόγια, εδράζεται στην διαστροφική ηδονή του δημίου απέναντι στο θύμα του. Γι’ αυτό και η διακεκριμένη νομική αντιμετώπιση του βασανιστή!] Απ’ την στιγμή που η πολιτεία-και η αστυνομία της- συμπεριφέρεται απέναντι στον δράστη ενός εγκλήματος με την ίδια βαρβαρότητα που αυτός επέδειξε κατά την διάπραξη του εγκλήματός του, τότε το ηθικό πλεονέκτημα της πολιτείας έναντι του εγκληματία, ΠΑΕΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟ. Τότε, έγκλημα καταντάει η ΤΙΜΩΡΙΑ του εγκλήματος!
IV)Όμως, τα προαναφερόμενα βασικά επιστημονικά δεδομένα, δεν είναι άγνωστα στους «ταγούς του Έθνους» μας. Καμώνονται ότι τα αγνοούν. Και τούτο διότι αποσκοπούν στο να τα εκμεταλλευτούν πολιτικά. Και να πως: Οι νεαροί συλληφθέντες με την κατηγορία της ληστείας (ενδεχομένως και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση), ήδη ΔΕΝ «προστατεύονται απ’ τις συνθήκες», ΔΕΝ υποστηρίζονται από καμμία δύναμη, ΔΕΝ ανήκουν σε κάποια θεσμοθετημένη συλλογικότητα, είναι αποσυνάγωγοι, είναι ξένοι, αποκομμένοι απ’ τον πολυάριθμο εσμό των νοικοκυραίων, είναι απλά ανθρώπινα όντα ΗΔΗ ΑΠΟΛΥΤΩΣ εγκαταλελειμμένα· είναι ευάλωτοι.
Γι’ αυτόν, ακριβώς, τον λόγο οι κυβερνητικοί και τηλεοπτικοί υπάλληλοι, αφού πρώτα οι ένστολοι συνάδελφοί τους πολτοποίησαν τα πρόσωπα των συλληφθέντων νεαρών κατηγορουμένων, προτάσσουν τους τελευταίους, αφενός μεν, ως ρυπαρό προπαγανδιστικό κόασμα, αφετέρου δε, τους επισείουν ως φόβητρο των εκατομμυρίων Ελλήνων τηλεθεατών. Αυτό το αισχρό τηλεοπτικό-κυβερνητικό πογκρόμ που βιώνουμε άπαντες, από πολιτική άποψη στόχο έχει ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ τους Έλληνες τηλεθεατές και δευτερευόντως τους τέσσερις (4) νεαρούς κατηγορουμένους. Πρώτιστη επιδίωξη της κυβερνητικής-τηλεοπτικής συμμορίας είναι η εκβαναύσωση των ηθών, ο εθισμός, κι’ ύστερα, η παράλυση του λαού μπροστά στην κρατική κατασταλτική βία, η εμπέδωση ενός κλίματος γενικευμένου φόβου ώστε το καθεστώς έσχατης λεηλασίας που ήδη επιβάλλεται στους εργαζόμενους, η ίδια η πείνα, να εμφανισθεί, όπου να’ ναι, όχι ως απειλή αλλά ως πατριωτικό καθήκον.
Μετά απ’ αυτό, θα θεσπισθούν (και θα επιχειρηθεί να επιβληθούν) νέοι νόμοι, με βάση τους οποίους η μόνη επιτρεπόμενη συνάθροιση του λαού, θα λαμβάνει χώρα είτε στην ΕΚΚΛΗΣΙΑ είτε στον ΣΤΡΑΤΩΝΑ· διότι εκεί οι τρομοκρατημένοι Έλληνες ΔΕΝ θα σκέφτονται· θα ΑΚΟΥΝΕ και θα ΥΠΑΚΟΥΝΕ!
Πέτρος Πέτκας
