Σχετικά με την πίεση του ΔΝΤ προς την ΕΕ και την κατάσταση που διαμορφώνεται

Σχετικά με την πίεση του ΔΝΤ προς την ΕΕ και την κατάσταση που διαμορφώνεται

Το ΔΝΤ φαίνεται ότι προσεγγίζει το ζήτημα του χρέους της Ελλάδας και άλλων χωρών της ευρωζώνης, διαφορετικά από τη Γερμανία, εξυπηρετώντας κυρίως τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Το ΔΝΤ λέει λοιπόν ότι: «για να συνεχίσω να συμμετέχω στη δανειακή σύμβαση, να παρέχω δάνεια και να μην κάνω άμεσα απαιτητά αυτά που έδωσα, πρέπει να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους, να διασφαλιστούν τα κεφάλαια και τα κέρδη μου. Για να συμβεί αυτό, εκτός της επιμήκυνσης και των άλλων που πρέπει να γίνουν, πρέπει να γίνει νέο κούρεμα το οποίο αυτή τη φορά θα αφορά ευρωπαϊκά και γερμανικά κεφάλαια, δηλαδή θα αφορά την ΕΚΤ αλλά και άλλες τράπεζες της Γερμανίας. Πρέπει δηλαδή, να πληρώσει η Γερμανία, να καταθέσει τα κέρδη της των προηγούμενων χρόνων, ιδιωτικά και κρατικά, για να καταστεί βιώσιμο το Ελληνικό χρέος, τουλάχιστον μέχρι το 2020 και το ΔΝΤ να εξακολουθήσει να συμμετέχει στην χρηματοδότηση».

Σε διαφορετική περίπτωση το ΔΝΤ απειλεί να αποσυρθεί και να μην δώσει το μερίδιο που του αντιστοιχεί στην επόμενη δόση του ελληνικού προγράμματος.

Η Γερμανία προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και να σταθμίσει ποια λύση τη συμφέρει ή με ποια λύση θα χάσει λιγότερα.

Το ζήτημα αυτό τέθηκε στην επίσκεψη της Μέρκελ στην Αθήνα και η Μέρκελ δεσμεύτηκε για την παρουσίαση πρότασης-πακέτου μετά τις Αμερικάνικες εκλογές.

Οι λόγοι της επίσκεψης Μέρκελ στην Αθήνα, ήταν η εξειδίκευση του ρόλου που έχει επιλέξει η Τρόικα και η Γερμανία για την Ελλάδα, αυτόν της ειδικής οικονομικής ζώνης, και η δρομολόγηση συγκεκριμένης πορείας με βάση τη δεινή θέση της χώρας. Ήρθε για να κλείσει δουλειές για τα μονοπώλια της χώρας της, για να πάρουν τα εκποιούμενα φιλέτα δημόσιας περιουσίας και να εισχωρήσουν στον δημόσιο τομέα και σε τομείς της Τοπικής και Περιφερειακής διοίκησης, στα ενεργειακά και άλλα κοιτάσματα, να αποσπάσει δεσμεύσεις για την ολοκληρωτική ισοπέδωση των εργατικών καταχτήσεων και δικαιωμάτων. Και ταυτόχρονα για να επιβάλει τα πολεμικά σχέδια και τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών στην περιοχή.

Η Μέρκελ ήρθε ως εκπρόσωπος ενός κράτους-τοκογλύφου που αποσπά κέρδη από τον δανεισμό με τοκογλυφικούς όρους κρατών όπως η Ελλάδα, την πώληση πολεμικού υλικού που συνοδεύει κάθε δάνειο, και ενός κράτους-διαφθορέα που καλύπτει απόλυτα αυτούς που «λαδώνουν» το ντόπιο πολιτικό προσωπικό για να έχουν προνομιακή μεταχείριση τα γερμανικά μονοπώλια. Πρόκειται για την περίπτωση κρατών-τοκογλύφων που «γδέρνουν δύο (και τρείς) φορές το βόδι». Και φυσικά ήρθε για να στηρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά για να περάσει τα νέα μέτρα, χωρίς όμως να του δώσει αυτό που επιθυμούσε διακαώς: την δέσμευση για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Ο Σαμαράς αντί για δέσμευση πήρε μια ευχή. Αντί για παράταση του χρόνου της δημοσιονομικής προσαρμογής και την διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, πήρε μια ακόμα προτροπή για υλοποίηση των δεσμεύσεων και της αντιλαϊκής πολιτικής που εξαθλιώνει το λαό.

Η αστική τάξη της χώρας δεν πρέπει να είναι και πολλή ευχαριστημένη από αυτή την εξέλιξη. Ο στόχος της, για παραμονή στο ευρώ πάση θυσία, για τον οποίο εκχώρησε και θυσίασε δικά της προνόμια, δεν φαίνεται πλέον και τόσο σίγουρος.

Σχετικά με την πρόταση-πακέτο που πρόκειται να παρουσιάσει η Μέρκελ τον προσεχή Νοέμβρη, πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι η πλειοψηφία των Γερμανών δεν τάσσεται θετικά με το ευρώ και την ΕΕ (σύμφωνα με τα αποτελέσματα δημοσκοπικής έρευνας του γερμανικού ιδρύματος Μπέρτελσμαν).

Αυτό πρέπει να υποθέσουμε ότι απηχεί και τη βούληση μεγάλου κομματιού της γερμανικής αστικής τάξης. Δηλαδή, η Γερμανία δεν θέλει να πληρώσει! Άρα, η όποια νέα πρόταση θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση στην Ελλάδα, με την επιβολή νέων μέτρων, πλέον δυσβάσταχτων όρων, την επιβολή, ίσως, διπλού νομίσματος ή άλλης παρόμοιας «λύσης». Ακόμα και την αποπομπή από το ευρώ.

Την ίδια στιγμή η γερμανική αστική τάξη και από κοντά εξαναγκαζόμενες οι άλλες αστικές τάξεις της Ε.Ε., θέλουν να κερδίσουν χρόνο για να βρουν τρόπους σταθεροποίησης του ευρώ. Προσκρούουν στην αντιμετώπιση της κρίσης στην Ισπανία και την Ιταλία. Είτε θα εξαναγκαστούν οι αστικές τάξεις αυτών των χωρών σε μία πορεία αντίστοιχη της Ελλάδας και θα αποδεχτούν τον ιστορικό υποβιβασμό τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, είτε πρέπει να διασωθούν από την Ε.Ε. με άλλους όρους. Οι όροι αυτοί στοιχίζουν πολύ στη Γερμανία και δεν είναι διατεθειμένη, όπως όλα δείχνουν, να τους αποδεχτεί η γερμανική αστική τάξη. Άρα συζητάμε για μία σύγκρουση που μπορεί να οδηγήσει σε διάλυση της ευρωζώνης, όπως είναι σήμερα.

Η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά, υλοποιώντας την πολιτική των μνημονίων και την, με κάθε κόστος παραμονή στο ευρώ, πολιτική η οποία απηχεί την βούληση της αστικής τάξης της χώρας, αδυνατεί να διαπραγματευθεί το ελάχιστο. Ο Σαμαράς έκανε πίσω σε όλα όσα έλεγε στο Ζάππειο 1και 2 και σε όσα έλεγε προεκλογικά περί επαναδιαπραγμάτευσης. Δήλωσε πλήρη υποταγή στην Μέρκελ.

Εκ του αποτελέσματος, της επίσκεψης Μέρκελ, προκύπτει ότι δεν έχει τίποτα άλλο να δώσει στην αστική τάξη, εκτός από το να περάσει τα μέτρα, να αρχίσει την υλοποίησή τους και να ξεκουμπιστεί. Το ίδιο ισχύει και για τους κυβερνητικούς του εταίρους οι οποίοι προσπαθούν να διασωθούν κάνοντας συμπολιτευόμενη-αντιπολίτευση.

Η «δίχρονη παράταση της δημοσιονομικής προσαρμογής» του Βενιζέλου θα αυξήσει τουλάχιστον κατά 50% το ύψος των περικοπών που πρόκειται να γίνουν (από 13,5 σε 20 δις), και η «σταδιακή απαγκίστρωση από το μνημόνιο» του Κουβέλη, θα ολοκληρωθεί με την πλήρη υλοποίηση του μνημονίου.

Ο Τσίπρας βλέπει θετικά τη «λύση» του ΔΝΤ, αλλά από την άλλη είναι δηλωμένος ευρωπαϊστής που θέλει να κινηθεί στο πλαίσιο του ευρώ και της ΕΕ, αναιρώντας την προεκλογική πολιτική του «καμιά θυσία για το ευρώ». Για τον λόγο αυτό προσπαθεί να «πείσει» τους Γερμανούς να αποδεχτούν ένα νέο κούρεμα του χρέους και μια λύση παρόμοια με αυτή που έδωσαν οι ίδιοι στον εαυτό τους στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Να πληρωθεί δηλαδή το χρέος με ρήτρα ανάπτυξης.

Η Ελλάδα όμως δεν είναι Γερμανία. Για συγκεκριμένους λόγους, ανάπτυξη στο άμεσο διάστημα δεν πρόκειται να υπάρξει. Και αυτό διότι εκλείπουν οι προϋποθέσεις:

α) Η τάση επένδυσης κεφαλαίων κατευθύνεται προς χώρες με ήδη ανεπτυγμένη εσωτερική αγορά, ενώ στην Ελλάδα η εσωτερική αγορά ολοένα και συρρικνώνεται.

β) Η ύπαρξη πολιτικής σταθερότητας, η οποία θα παρέχει τα εχέγγυα χάραξης μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής, κάτι το οποίο στην Ελλάδα δεν πληρείται σε καμία περίπτωση με την πολιτική ρευστότητα που επικρατεί και όπως φαίνεται θα συνεχιστεί για αρκετό διάστημα ακόμα.

γ) Η ύπαρξη ενός νομικού πλαισίου που να διευκολύνει, επιταχύνει τις διαδικασίες επενδύσεων και ενός φορολογικού συστήματος το οποίο να διέπεται από σταθερότητα για να είναι ελκυστικό προς το κεφάλαιο. Στην Ελλάδα το νομικό πλαίσιο είναι δαιδαλώδες και γραφειοκρατικό ενώ το φορολογικό σύστημα δε διέπεται από τη στοιχειώδη σταθερότητα που απαιτείται καθώς για να καλυφθούν τα ελλείμματα προστίθενται νέοι έμμεσοι και άμεσοι φόροι.

Για να γίνουν επενδύσεις στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να υπάρξει μια τεράστια καταστροφή κεφαλαίων και παραγωγικών δυνάμεων, να γίνουν μεγάλες και βαθιές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και στη διοίκηση, στο φορολογικό σύστημα, να πέσουν κατακόρυφα οι μισθοί και τα μεροκάματα. Οι μόνες «επενδύσεις» που θα γίνουν άμεσα, θα αφορούν στη λεηλασία του δημόσιου και κρατικο-συνεταιριστικού πλούτου (ΑΤΕ- ΔΩΔΩΝΗ), το ξεπούλημα αντί πινακίου φακής κερδοφόρων οργανισμών του δημοσίου και πρώην ΔΕΚΟ. Εκεί δηλαδή που οι καπιταλιστές δεν χρειάζεται να διαθέσουν παρά ελάχιστα κεφάλαια και να αποκομίσουν τεράστια κέρδη.

Το ζητούμενο για την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό, είναι η έξοδος από τον φαύλο κύκλο της κρίσης και της ύφεσης από τη σκοπιά των συμφερόντων τους. Ο μόνος τρόπος γι’ αυτό είναι η ανατροπή του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο δεν μπορεί να αποφύγει ή να αποτρέψει, αντίθετα, εκτρέφει και αναπαράγει αυτά τα φαινόμενα.

Με αυτό το κριτήριο κρίνονται οι δυνάμεις που έχουν εργατική αναφορά.

Από την άλλη μεριά, ένα μειοψηφικό κομμάτι της αστικής τάξης θέλει, σχετικά άμεσα, αλλαγή πολιτικής με καλύτερη διαπραγμάτευση για το μνημόνιο και τα δάνεια. Για τον λόγο αυτό υπονομεύει, φθείρει το υπάρχον, το κυρίαρχο κομματικό αλλά και το πολιτικό σύστημα, στο πρόσωπο του προέδρου της βουλής, με την αποκάλυψη οικονομικών και άλλων σκανδάλων. Δεν ξέρουμε βέβαια που θα βγάλει αυτή η κόντρα.

Φυσικά το μειοψηφικό κομμάτι της αστικής τάξης, στο οποίο αναφερόμαστε, δεν θα κάνει και καμιά επανάσταση. Όλα πρέπει να γίνουν σχετικά ομαλά και κοινοβουλευτικά, όπως αρμόζει στον αστικό κοινοβουλευτισμό. Για να πετύχει τον στόχο του, το κομμάτι αυτό της αστικής τάξης, χρειάζεται την ενεργό παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα. Αυτό που φαίνεται σαν πιο πιθανή εξέλιξη είναι να κλιμακωθεί η αντιπαράθεση, αλλά αφού ψηφιστούν τα μέτρα. Άρα, μετά την ψήφισή τους και την έναρξη υλοποίησής τους, μπορεί να έχουμε μεγαλύτερη όξυνση της αντιπαράθεσης για αλλαγή κυβέρνησης με εκλογές, για μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα έχει μετατραπεί, και στο βαθμό που έχει μετατραπεί, σε αστικό-μεταρρυθμιστικό κόμμα, το οποίο θα πρέπει να διαχειριστεί την εκρηκτικότητα της κατάστασης που θα προκύψει και να προβεί στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του ευρώ, αν υπάρχει ακόμα, και της ΕΕ.

Προσπαθώντας να αποστασιοποιηθούν από μια τέτοια εξέλιξη, το ΚΚΕ, και άλλες δυνάμεις, δεν βάζουν καν το ζήτημα της ανατροπής της σημερινής τρικομματικής κυβέρνησης, μην τυχόν αυτή η πάλη αποτελέσει αβαντάρισμα του ΣΥΡΙΖΑ για την άνοδό του στην κυβέρνηση.

Το ΚΚΕ, λειτουργώντας μικρόψυχα και μικροκομματικά, μέμφεται αυτούς που βάζουν το ζήτημα της ανατροπής της κυβέρνησης σαν άμεσο ζήτημα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συνολικά δεν κινείται σε μια τέτοια κατεύθυνση. Ταυτίζει την πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης με την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία, παραβλέποντας το χτύπημα και τις εξελίξεις που θα προκαλέσει στην αστική πολιτική μια άμεση κυβερνητική ανατροπή, χωρίς να ψηφιστούν ή υλοποιηθούν τα νέα μέτρα. Το ΚΚΕ στην προκειμένη περίπτωση συμπλέει με αστικές δυνάμεις και με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στην ατζέντα των οποίων δεν βρίσκεται η άμεση κλιμάκωση των αγώνων και η ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά, πριν τα μέτρα ψηφιστούν.

Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκε, ότι δηλαδή: «…ο αμυντικός αγώνας σήμερα δεν μπορεί να προσφέρει ούτε καν κατακτήσεις – ψίχουλα», κανένα πρόβλημα του κινήματος δεν λύνει, εφόσον εξακολουθεί να συνοδεύεται από το παραλυτικό συμπέρασμα ότι «η λαϊκή εξουσία και η προλεταριακή επανάσταση, δεν βρίσκονται στην άμεση ημερήσια διάταξη». Από το δεύτερο συμπέρασμα, σε συνδυασμό με τον «φόβο» της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, προκύπτει και η ταχτική των 24ωρων απεργιών χωρίς στόχο, αντί της άμεσης κλιμάκωσης των αγώνων για το γκρέμισμα της κυβέρνησης Σαμαρά και την εγκαθίδρυση εργατικής κυβέρνησης, ή έστω, της λαϊκής εξουσίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του επισείοντας στο εσωτερικό του τον μπαμπούλα της δήθεν εκτροπής που απεργάζονται κάποιοι κύκλοι, αρνείται να οξύνει την αντιπαράθεση και να μπει μπροστά, θέτοντας θέμα άμεσης ανατροπής, από το κίνημα, της κυβέρνησης Σαμαρά. Οι δυνάμεις του στο συνδικαλιστικό κίνημα αναφέρονται σε μια γενική κλιμάκωση και «ανατροπή αυτής της πολιτικής και των φορέων της», χωρίς να κάνουν το σύνθημα της ανατροπής της κυβέρνησης προμετωπίδα της πάλης τους. Η δήλωση του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ ότι «και να ψηφιστούν τα μέτρα δεν θα εφαρμοστούν», απηχεί την πολιτική του βούληση για την αναβολή της αντιπαράθεσης σε άλλο χρόνο.

Για το λόγο αυτό, μια χαρά βολεύεται από τη γραμμή του ΚΚΕ και δεν προβάλει την ανάγκη της άμεσης κλιμάκωσης της πάλης για την ανατροπή της κυβέρνησης, ούτε βέβαια τον στόχο του για Αριστερή κυβέρνηση σαν άμεσο στόχο. Και βέβαια αυτή του η γραμμή, συμπίπτει με τους σχεδιασμούς του μειοψηφικού κομματιού της αστικής τάξης στο οποίο αναφερθήκαμε.

Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ πήγαν πιο πίσω από την γραμμή που υπεράσπιζαν και πρόβαλαν ένα χρόνο πριν: τη γραμμή της κλιμάκωσης της πάλης για να πέσει η κυβέρνηση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός της σύμπτωσης που υπάρχει πάνω στις 24ωρες, το πολύ 48ωρες απεργίες, ανάμεσα στην συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, την Αυτόνομη Παρέμβαση, το ΠΑΜΕ και άλλες δυνάμεις.

Την ίδια στιγμή που οι ίδιοι υποχωρούν και δεν δίνουν καμιά άμεση διέξοδο και προοπτική, έχουν το θράσος να εγκαλούν το λαό που δεν βγαίνει μαζικά στο δρόμο και δεν τους ακολουθεί!

Οι κομμουνιστές και οι τίμιοι αριστεροί αγωνιστές που βρίσκονται στις γραμμές τους πρέπει να κατανοήσουν την κρισιμότητα των στιγμών και να πάψουν να αποτελούν αριστερό άλλοθι σε αντεπαναστατικές πολιτικές και ηγεσίες. Στο βαθμό που αυτοί οι σχηματισμοί δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντα που η ίδια η ταξική πάλη ανέδειξε, πρέπει να τους εγκαταλείψουν άμεσα και να πάρουν πρωτοβουλίες που να ανταποκρίνονται στο ιστορικό καθήκον που έχει τεθεί εκ των πραγμάτων: την άμεση κλιμάκωση της πάλης για την ανατροπή της κυβέρνησης και του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος και την ανάδειξη-εγκαθίδρυση εργατικής κυβέρνησης στο πλαίσιο της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας που οδηγεί στην εργατική εξουσία.

Οι δικαιολογίες του στυλ «μα, πού να πάμε, τι να κάνουμε;» ή «δεν θα χαρίσουμε το κόμμα σε κανέναν», δεν δικαιολογούν τη συνενοχή τους στην εκπόρνευση της επανάστασης και του μεταβατικού προγράμματος και τη νομιμοποίηση της αντεπαναστατικής πολιτικής των κομματικών και πολιτικών φορέων τους που συντελείται μπροστά στα μάτια της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού, ο οποίος βογκάει κυριολεκτικά από τα ασήκωτα βάρη της καπιταλιστικής κρίσης.

Η άρνηση του συνόλου σχεδόν της Αριστεράς, κομμουνιστικής και μη, να προβάλει μια άμεση διέξοδο από την καπιταλιστική κρίση από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων και να πάρει πρωτοβουλία για την οικοδόμηση ενιαίου εργατικού πολιτικού μετώπου εξουσίας, δείχνει τον χαρακτήρα της: πρόκειται για μια αριστερά στην οποία η αστική επιρροή είναι παρούσα και κάνει θραύση, ο Μπερνσταϊσμός και ο Καουτσκισμός εναλλάσσονται, ο εργατισμός περισσεύει.

Η πολιτική αυτής της Αριστεράς αφήνει χώρο και δίνει το περιθώριο στη ναζιστική Χρυσή Αυγή και σε άλλα φασιστικά μορφώματα, να ψαρεύουν σε θολά νερά και να οικειοποιούνται τη λαϊκή δυσαρέσκεια και αγανάκτηση, ως αποτέλεσμα της αντιλαϊκής πολιτικής και της κρίσης και της σήψης του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού συστήματος, του καπιταλισμού. Η άρνηση τους αυτή δίνει τον απαραίτητο χρόνο και διευκολύνει την προπαγάνδα των φασιστικών οργανώσεων, αν δεν σπρώχνει μαζικά τον κόσμο σε αυτές. Για την διόγκωσή τους και για την ανάληψη ρόλου στα πολιτικά πράγματα της χώρας, η συγκεκριμένη Αριστερά θα έχει τις ευθύνες της.

Τα σχέδια των δυνάμεων που εκφράζουν μειοψηφικά αστικά συμφέροντα, αλλά και την πολιτική πρακτική των δυνάμεων που σήμερα κυριαρχούν στην Αριστερά, πρέπει να έχει υπόψη του ο εργατικός και λαϊκός παράγοντας, ο οποίος μπορεί να τα ανατρέψει και να δρομολογήσει άλλες εξελίξεις. Άλλωστε ήταν αυτός και μόνο αυτός, που κατόρθωσε να αναβάλει κατά 5 τουλάχιστον μήνες, την ψήφιση του πακέτου μέτρων που τώρα συζητούνται και τα οποία ήταν να ψηφιστούν τον περασμένο Ιούνη.

Ο λαϊκός παράγοντας επίσης πρέπει να κατανοήσει ότι η άμεση όξυνση της ταξικής πάλης μπορεί να δράσει καταλυτικά στην διαμόρφωση των εξελίξεων. Και αυτό διότι τώρα η κυβέρνηση Σαμαρά δεν μπορεί να διαχειριστεί μια επαναστατική κατάσταση η οποία θα επανέλθει στο προσκήνιο με τη μορφή της πλημμυρίδας.

Τώρα το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση» μπορεί να παίξει τον επαναστατικό ρόλο που του αντιστοιχεί.

Για το λόγο αυτό, η πάλη για την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά με το σύνθημα δράσης της εργατικής κυβέρνησης, εν τω μέσω της κρίσης και των οξυμένων αντιθέσεων στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για το ξέσπασμα επαναστατικών αγώνων, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη.

Οι αντιθέσεις είναι τόσο πολύ οξυμένες, λόγω της οξύτητας της καπιταλιστικής κρίσης, που μια άμεση παύση πληρωμών προς τους τοκογλύφους-δανειστές και η διαγραφή του χρέους με τα συνεπαγόμενά της, θα προκαλέσει το σπάσιμο της Ευρωζώνης, θα παροξύνει τις αντιθέσεις και θα φτάσει τα πράγματα στα όρια της διάλυσης της ΕΕ και μιας πολεμικής σύγκρουσης ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία (πράγμα που αναδείξαμε πριν ένα χρόνο με το άρθρο μας «Ναι στο Δημοψήφισμα, όχι στη δανειακή σύμβαση» και το ομολόγησε πρόσφατα ο Σαρκοζί, την Πέμπτη 11/10/12 στη Νέα Υόρκη, δηλώνοντας ότι «αν δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση, θα υπάρξει πόλεμος. Η Γερμανία και η Γαλλία δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να προσεγγίσουν η μία την άλλη, αν η Γερμανία και η Γαλλία δεν προσεγγίσουν η μία την άλλη, θα συγκρουστούν»).

Η πρόταση για την οικοδόμηση ενιαίου εργατικού πολιτικού μετώπου με το σύνθημα δράσης της εργατικής κυβέρνησης, στη βάση του μεταβατικού προγράμματος, αποτελεί την μόνη πρόταση η οποία μπορεί να απαντήσει στον υπερεπείγοντα χαρακτήρα που δημιουργείται εκ των πραγμάτων από την ίδια την καπιταλιστική κρίση και την εξέλιξη της, και από την οξύτητα της επίθεσης που δέχεται η εργατική τάξη και ο εργαζόμενος λαός. Η πρόταση αυτή απευθύνεται προς όλες εκείνες τις δυνάμεις που έχουν αναφορά στην εργατική τάξη και στο μεταβατικό πρόγραμμα και τις καλεί στην άμεση οικοδόμησή του μετώπου θέτοντάς τες μπροστά στις ευθύνες τους. Στην περίπτωση που οι δυνάμεις αυτές δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το καθήκον, τότε απευθύνουμε κάλεσμα στα μέλη, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους τους, για εγκατάλειψή τους.

Η εργατική τάξη καλείται εκ των πραγμάτων να ανατρέψει το βάρβαρο καπιταλιστικό σύστημα το οποίο δεν μπορεί πλέον να της διασφαλίσει τίποτα και να ανοίξει το δρόμο για μια άλλη κοινωνία χωρίς φτώχεια, ανεργία, εξαθλίωση, χωρίς πολέμους, χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, μοναδική πόρτα για την οποία αποτελεί η προλεταριακή επανάσταση, η δικτατορία του προλεταριάτου.

Η πάλη για την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης με το όπλο της Γενικής Πολιτικής Απεργίας διαρκείας, με αιτήματα-στόχους την καταγγελία των μνημονίων, την κατάργηση των εφαρμοστικών και των άλλων αντεργατικών νόμων, τη διαγραφή του χρέους και την ικανοποίηση των διεκδικήσεων του κινήματος -αιτήματα και στόχους την υλοποίηση των οποίων μπορεί να ξεκινήσει άμεσα μια εργατική κυβέρνηση- αποτελεί άμεση αναγκαιότητα και δεν βρίσκεται σε καμιά αστική ατζέντα.

Η πάλη αυτή συνιστά την άμεση πολιτική απάντηση από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων, που χαλάει τα σχέδια της αστικής τάξης και των πολιτικών της δυνάμεων, οξύνει τις αντιθέσεις και μπορεί να λειτουργήσει σαν θρυαλλίδα εξελίξεων που θα φέρουν σε δεινή θέση την υπάρχουσα οικονομική και πολιτική τάξη πραγμάτων. Σε μια τέτοια κατεύθυνση πρέπει να προσπαθήσουμε να κινηθεί άμεσα, η εργατική και λαϊκή παρέμβαση.

Κάβουρας Δημήτρης