Η δυνατότητα ανάδειξης εργατικής κυβέρνησης στην Ελλάδα

Η δυνατότητα ανάδειξης εργατικής κυβέρνησης στην Ελλάδα

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΠΡΙΝ 20/05/2012)

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μάη καταγράφει μια σημαντική ταχτική νίκη του εργατικού και λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα, με την καταδίκη της αντιλαϊκής πολιτικής που εξαθλίωσε το λαό και με τη συντριβή των κομμάτων του κεφαλαίου που εφάρμοσαν αυτή την πολιτική. Η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού είναι αποτέλεσμα και πτυχή της ταξικής πάλης, η οποία είναι παρούσα και σε αυτό το πεδίο.

Η εργατική τάξη και ο λαός έκλεισαν την πόρτα στον δικομματισμό. Η βασική μέθοδος, μέσω της οποίας η αστική τάξη κυβερνούσε τον τόπο τόσα χρόνια, μοιάζει να χάνεται από το προσκήνιο. Μόνο οι εθελοτυφλούντες δεν αντιλαμβάνονται τη μεγάλη ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό που έφερε ο λαός με την ψήφο του σε αυτές τις εκλογές, καθώς και το αδιέξοδο που δημιούργησε και επέτεινε η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα στη διακυβέρνηση της χώρας απ’ τα κόμματα του κεφαλαίου.

Το αποτέλεσμα των εκλογών αποτελεί επιβεβαίωση της εκτίμησής ότι ο λαός δεν θέλει να κυβερνηθεί με τον παλιό τρόπο, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι διανύουμε περίοδο επαναστατικής κατάστασης. Τέτοιου είδους μεγάλες ανατροπές μόνο σε περιόδους επαναστατικής κατάστασης μπορούν να συμβούν.

Η εργατική τάξη στράφηκε στην Αριστερά μαζικότερα από ποτέ. Αναζήτησε άμεση πρόταση εξουσίας και μια στοιχειώδη αντίθεση στην αστική στρατηγική. Δεν πήγε μακρύτερα γιατί κανείς δεν της ζήτησε να πάει μακρύτερα. Το ΚΚΕ ζητούσε πρώτα να έρθει η επανάσταση και μετά να υπερψηφιστεί, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδίωξε μια αντίστοιχη ψήφο.

Και οι δύο αυτές δυνάμεις, φορείς του μεταβατικού προγράμματος, προτίμησαν να δραπετεύσουν σε ένα καλύτερο αύριο. Έδειξαν πλήρη απροθυμία να κινηθούν στην κατεύθυνση του ενιαίου μετώπου και αδυναμία να συνδέσουν την πάλη για κυβερνητική εξουσία με την πάλη για την συνολική εξουσία.

Αυτό αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους που δεν ψηφίστηκε μαζικά το μεταβατικό πρόγραμμα στο πρόσωπο των φορέων του, παρόλο που ο λαός διψούσε κυριολεκτικά να ακούσει μια θετική πρόταση εξόδου απ’ την παρούσα κρίση από τα χείλη των δυνάμεων του μεταβατικού προγράμματος. Με ενιαίο μέτωπο και επαναστατική πολιτική ταχτική, οι δυνάμεις αυτές πολύ πιθανόν να βρισκόταν σήμερα στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή, δεύτερη κοινοβουλευτική δύναμη.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, απέμεινε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ. Με το ανεπαρκές, ρεφορμιστικό και μεσοβέζικο πρόγραμμα του, αλλά με μια άμεση πρόταση κυβέρνησης. Η εργατική τάξη κυρίως και η νεολαία στράφηκε και στήριξε το ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος της δίνει κάποια προοπτική και μιλάει για την ενότητα, την οποία η εργατική τάξη την αντιλαμβάνεται ως αναγκαίο όρο για να μπορούν να νικήσουν οι αγώνες.

Στην κατάσταση που δημιούργησε η ταξική πάλη, δηλαδή αποδυνάμωση των κομμάτων του κεφαλαίου και αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης των αστικών κομμάτων στη γραμμή του μνημονίου (σε πείσμα δυνάμεων της Αριστεράς που προεξοφλούσαν το σχηματισμό κυβέρνησης των αστικών δυνάμεων των μνημονίων), και ταυτόχρονα ενίσχυση των εργατικών κομμάτων τα οποία συγκεντρώνουν ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα υψηλό εκλογικό ποσοστό, είναι φανερό ότι δημιουργούνται συνθήκες ανάδειξης εργατικής κυβέρνησης.

Η κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα περπατάει στο δρόμο! Οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν αναφορά στην εργατική τάξη, μέσα από ένα ενιαίο μέτωπο, πρέπει να απλώσουν το χέρι και να την αρπάξουν απ’ τα μαλλιά!

Σύμφωνα με τις επεξεργασίες και την εμπειρία του διεθνούς εργατικού κινήματος, «…μια εργατική κυβέρνηση η οποία προκύπτει από μια κοινοβουλευτική συγκυρία, η οποία λοιπόν είναι καθαρά κοινοβουλευτικής προέλευσης, μπορεί να παράσχει την ευκαιρία για μια αναζωπύρωση του επαναστατικού εργατικού κινήματος…». (Απόφαση του 4ου συνεδρίου της Γ’ Διεθνούς).

Σε μια τέτοια κατεύθυνση οι κομμουνιστές απαιτείται να πρωτοστατήσουν για ένα ενιαίο εργατικό μέτωπο πάλης και εξουσίας και στην ανασύνταξη του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Να τελειώνουμε με τη συγκεχυμένη παρέμβαση της σημερινής Αριστεράς, που μεταφέρει τη σύγχυση στο πρακτικό εργατικό κίνημα, το οδηγεί σε διάσπαση και το εμποδίζει να απεμπλακεί από την καταστροφική αστική επιρροή. Με την πολιτική του ενιαίου μετώπου στην βάση των προβλημάτων που γεννάει και ξαναγεννάει ο καπιταλισμός και την παρέμβαση των κομμουνιστών, να γίνει ικανή η εργατική τάξη για την ανάδειξη και υλοποίηση πολιτικής διεξόδου από την παρούσα καπιταλιστική κρίση, διαμορφώνοντας τους όρους για μια ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΡΑ!

Σε αυτή την κατεύθυνση οι κομμουνιστές απαιτούνταν να πρωτοστατήσουν στη διαμόρφωση πολιτικού μετώπου με αριστερούς, αντικαπιταλιστές, μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες που διαχωρίστηκαν απ’ το ΠΑΣΟΚ και την πολιτική του, καθώς και άλλους σοσιαλδημοκράτες, με το σύνθημα δράσης της εργατικής κυβέρνησης.

Οι κομμουνιστές όμως δεν πήραν μέχρι τώρα μια ανάλογη πρωτοβουλία και άφησαν την πρωτοβουλία των κινήσεων σε άλλες δυνάμεις, σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης. Τι πρέπει λοιπόν να κάνουν τώρα οι κομμουνιστές; Ποια πρέπει να είναι η στάση τους απέναντι στη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε και απέναντι σε μια πρόταση συγκρότησης αριστερής κυβέρνησης;

Με γνώμονα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, σε μια τέτοια πρόταση και προοπτική, δηλαδή στην προοπτική μιας «απλώς φαινομενικής εργατικής κυβέρνησης», οι κομμουνιστές δεν μένουν αδιάφοροι. Αντίθετα, παλεύουν να αντιστρέψουν το αρνητικό κλίμα που δημιούργησαν οι βασικοί φορείς του μεταβατικού προγράμματος και να ακολουθήσουν μια ταχτική η οποία δεν θα τους αποκόψει απ’ τις μάζες, δεν θα τους περιθωριοποιήσει, αλλά θα τους φέρει σε καλύτερη θέση, δηλ. να κερδίσουν τις μάζες, ακριβώς γιατί οι σοσιαλδημοκράτες έμπρακτα θα φανούν στα μάτια της εργατικής τάξης ανίκανοι να έρθουν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών και να εφαρμόσουν πολιτική υπέρ της εργατικής τάξης και του λαού.

Οι κομμουνιστές, απέναντι στην πρόταση για «αριστερή κυβέρνηση», οφείλουν να αντιπροτείνουν ολόκληρο το πρόγραμμα της εργατικής κυβέρνησης, με αιχμή τη διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την ΟΝΕ-ΕΕ, κ.λπ., ως πρόγραμμα προς άμεση υλοποίηση με την στήριξή τους, προκειμένου να αποκαλύψουν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου ότι ακόμα και τα μεσοβέζικα μέτρα που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ για την αριστερή κυβέρνηση δεν γίνονται εντός ευρώ και ΕΕ και να προετοιμάσουν το λαό για τις μάχες που πρέπει -ούτως ή άλλως- να δώσει ακόμα.

Ως δεύτερο βήμα και αφού ο ΣΥΡΙΖΑ, ή ανάλογες τέτοιου είδους δυνάμεις, δεν αποδεχθούν το μεταβατικό πρόγραμμα, οι κομμουνιστές μπορούν να παρέχουν ψήφο ανοχής υπό όρους.

Οι όροι της ανοχής αυτής, προκύπτουν από το μεταβατικό πρόγραμμα: Άμεση παύση πληρωμών προς τους τοκογλύφους-δανειστές και αποδέσμευση από τις δανειακές συμβάσεις, άμεση καταγγελία και μη εκπλήρωση των μνημονίων, ικανοποίηση των διεκδικήσεων του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Η ανοχή ή η στήριξη μιας τέτοιας κυβέρνησης, χωρίς τη συμμετοχή των κομμουνιστών, μπορεί να γίνει στο βαθμό που αυτή η κυβέρνηση θα δεσμευτεί και θα προχωρήσει στην επίλυση εργατικών και λαϊκών προβλημάτων, στο βαθμό που θα στηριχτεί στο μαζικό εργατικό και λαϊκό κίνημα, αλλά και στο βαθμό που η ίδια η κυβέρνηση θα στηρίξει το κίνημα στην πάλη του ενάντια στους κεφαλαιοκράτες και της Τρόικα.

Η εχθρική στάση δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς σε μια τέτοια πολιτική, αφενός μεν διευκολύνει την επάνοδο στην κυβερνητική εξουσία των μνημονιακών κομμάτων, αφετέρου δε εμποδίζει τον απεγκλωβισμό δυνάμεων απ' τη σοσιαλδημοκρατία και το τράβηγμά τους με την επανάσταση.

Η μόνη πολιτική κατεύθυνση που αποκτά νόημα, περιεχόμενο και προοπτική, σαν τη μοναδική εργατική απάντηση στην κρίση και σύμφωνα με το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα, είναι η συγκρότηση μετώπου των κομμάτων και οργανώσεων που έχουν υιοθετήσει και προβάλουν το μεταβατικό πρόγραμμα, και η από κοινού κάθοδός τους στις επερχόμενες εκλογές, βάζοντας το ζήτημα της κυβέρνησης η οποία θα εφαρμόσει το μεταβατικό πρόγραμμα, και ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα τη στάση τους και τους όρους της ψήφου ανοχής απέναντι στην πιθανότητα μιας φαινομενικής εργατικής κυβέρνησης.

Είναι ιστορική ευθύνη απέναντι στην εργατική τάξη των δυνάμεων που έχουν αναφορά σ’ αυτή και στον ιστορικό της ρόλο, να συγκροτήσουν μέτωπο που θα διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία στις σημερινές συνθήκες στη βάση του μεταβατικού προγράμματος, τη στιγμή που το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας από τις ίδιες τις συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης. Διαφορετικά ας μην έχουμε αυταπάτες: ο ρεφορμισμός θα λεηλατήσει την εργατική τάξη και θα την παραδώσει ηττημένη και απογοητευμένη στα χέρια των καπιταλιστών.

Στο επίπεδο της μαζικής πάλης, οι δυνάμεις του μεταβατικού προγράμματος πρέπει από σήμερα να κινητοποιήσουν τις οργανώσεις της εργατικής τάξης στην κατεύθυνση της διεκδίκησης υλοποίησης των αιτημάτων της.


Κάβουρας Δημήτρης