[2021-07-29] Το ΕΕΑΜ και η εργατική τάξη στην αντίσταση: επιδερμικές αναγνώσεις και ταξική αλήθεια

Το ΕΕΑΜ και η εργατική τάξη στην αντίσταση: επιδερμικές αναγνώσεις και ταξική αλήθεια

 

Σε άρθρο με τίτλο «Το ΕΕΑΜ και η εργατική τάξη στην Αντίσταση (1941-1944)» του Γιώργου Αλεξάτου, το οποίο δημοσιεύτηκε την Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021 στην ιστοσελίδα ΚΟΜΜΟΝ, γίνεται μια «θολή» περιγραφή σε σχέση με την πραγματικότητα και την ιστορική αλήθεια, και πιο συγκεκριμένα για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η «επίσημη αναγνώριση της ηγεσίας της ΓΣΣΕ» τον Οκτώβρη του ’44. Σύμφωνα με τον συγγραφέα του άρθρου: «Η αναγνώρισή της έγινε επίσημα μετά την Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο 1944, από την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας…».

Γράφει συγκεκριμένα ο συγγραφέας του άρθρου ανάμεσα στα άλλα:

«…Η ανάπτυξη του ΕΕΑΜ και η κυριαρχία του στο σύνολο, σχεδόν, των πρωτοβάθμιων σωματείων και πολλών Εργατικών Κέντρων, επέτρεψε, τον Αύγουστο του 1944, την καθαίρεση της Διοίκησης της ΓΣΕΕ, που μετά την εκτέλεσή του Νίκου Καλύβα από την ΟΠΛΑ, στις 27 Ιανουαρίου 1944, είχε επικεφαλής τον Εμμανουήλ Κανακουσάκη. Στη συνεδρίαση της, στις 18 Αυγούστου, η Κ.Ε. του ΕΕΑΜ, που ήδη είχε μεταφέρει την έδρα της στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας, αποφάσισε ότι αυτοδικαίως θα φέρει τον τίτλο της Διοίκησης της ΓΣΕΕ. Η αναγνώρισή της έγινε επίσημα μετά την Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο 1944, από την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», με απόφαση του κομμουνιστή υπουργού Εργασίας, Μιλτιάδη Πορφυρογένη.»

Κάποιος που θα διαβάσει αυτή την περιγραφή, θα μείνει, μάλλον, με την εντύπωση πως η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός αναγνώρισαν την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε στη συγκεκριμένη περίοδο στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Όχι! Δεν είναι έτσι!

Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία όντως το ΕΑΜ, το ΕΕΑΜ και αργότερα ο ΕΡΓΑΣ, είχαν την πλειοψηφία στα περισσότερα σωματεία και πραγματικές δυνάμεις μέσα στην εργατική τάξη και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Από εκεί αντλούσαν τη δύναμή τους και για αυτό η Κ.Ε. του ΕΕΑΜ αποφάσισε ότι «αυτοδικαίως θα φέρει τον τίτλο της Διοίκησης της ΓΣΕΕ». Αυτό που θα έπρεπε να γίνει τότε ήταν να κινηθούν στην κατεύθυνση γενικών συνδικαλιστικών αρχαιρεσιών και ενός γνήσιου και δημοκρατικού συνεδρίου της ΓΣΕΕ, ανεξάρτητο από την κυβέρνηση, το κράτος και τους καπιταλιστές, στο οποίο θα αποτυπώνονταν οι πραγματικοί συσχετισμοί δυνάμεων και θα εκλεγόταν δημοκρατικά και μαζικά οι διοικήσεις των σωματείων και η νέα διοίκηση και τα άλλα όργανα της ΓΣΕΕ, αγνοώντας τους περιορισμούς της αστικής νομοθεσίας.

Αντί για αυτό, η Κ.Ε. του ΕΕΑΜ επιζήτησε την σφραγίδα του αστικού κράτους και ο υπουργός εργασίας Μιλτιάδης Πορφυρογένης διόρισε τη διοίκηση της ΓΣΕΕ, την οποία αποτελούσαν η ηγεσία του ΕΑΜ-ΕΕΑΜ, στις 28/11/1944. Ο υπουργός εργασίας της κυβέρνησης Παπανδρέου, ο οποίος προερχόταν από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, ακολούθησε την πεπατημένη οδό προκατόχων του και διόρισε και αυτός τη διοίκηση της ΓΣΕΕ αντί να διακηρύξουν μαζί με το ΕΑΜ-ΕΕΑΜ, την αυτονομία και ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος από το κράτος και την κυβέρνηση και να καταργήσει τους νόμους εκείνους που το δεσμεύουν. Και οι οποίοι πολλαπλασιάστηκαν με την κατοπινή λεγόμενη συμφωνία Σιτρίν, με την οποία οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές επέβαλαν τους δικαστικούς αντιπροσώπους στις αρχαιρεσίες των σωματείων. 

Είναι μείζονος σημασίας ζήτημα, 1ον, η αναγνώριση και παρουσίαση της ιστορικής αλήθειας και της πραγματικότητας για την διαπαιδαγώγηση των αγωνιστών του εργατικού κινήματος και για την ίδια την εργατική τάξη και το κίνημά της και, 2ον, για τη διαπίστωση των αιτιών που εμποδίζουν το συνδικαλιστικό κίνημα να αποκτήσει πραγματικά ταξικά χαρακτηριστικά και να ξεφύγει από την αστική επιρροή και τον κρατικό παρεμβατισμό στα ίντερνά του που το ταλανίζουν μέχρι και σήμερα. Το «ξεπέταγμα» και το προσπέρασμα των πραγματικών ζητημάτων που ταλανίζουν το εργατικό κίνημα και το εμποδίζουν να βρει το δρόμο του για την αποτελεσματική υπεράσπιση των κατακτήσεων του και τη διεύρυνσή τους, στην προοπτική της πραγμάτωσης της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης, δεν βοήθησαν ούτε βοηθάνε σε τίποτα. Αντίθετα, η αναγνώριση των παθογενειών του κινήματος και το ξεπέρασμά τους μπορούν να συμβάλουν στην ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. 

Δημήτρης Κάβουρας