[2020-08-31] Όχι στον πόλεμο και στην κούρσα των πολεμικών εξοπλισμών

Όχι στον πόλεμο και στην κούρσα των πολεμικών εξοπλισμών

Με την παρακάτω αφίσα, η οποία συνοδεύει άρθρο για τα ελληνοτουρκικά και δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη το Σάββατο 29/8/20, η ηγεσία του ΚΚΕ προβάλει αυτά που κρίνει ως μείζονα ζητήματα της περιόδου και αυτό που θεωρεί πιο κρίσιμο στην παρούσα κατάσταση.

2020_08_28_KKE_POSTER_BORDERS

 

Η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί, και σωστά, πως οι συμμαχίες «τους» (υποθέτουμε των αστικών δυνάμεων) με ΝΑΤΟ και ΕΕ αποτελούν απειλή για τους λαούς και ταυτόχρονα προβάλει τη δική του θέση με τα συνθήματα «ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΝΟΡΩΝ» και «ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ».

Με αυτά τα δύο συνθήματα πρέπει, άρα, να κινηθούν και οι εργατικές-λαϊκές διεκδικήσεις στην παρούσα περίοδο.

Όσον αφορά στο πρώτο σύνθημα, η ηγεσία του ΚΚΕ αντιφάσκει: από τη μία υπερασπίζεται, πέραν του δέοντος την επέκταση των 12 ν.μ. και την ανακήρυξη ΑΟΖ προς όλες τις κατευθύνσεις, προς την Ανατολή και προς το Νότο και όχι μόνο προς τη Δύση, όπως έκανε η κυβέρνηση της ΝΔ. Υπερασπίζει την άποψη πως όλα τα νησιά, μικρότερα και μεγαλύτερα, συμπεριλαμβανομένου και του Καστελόριζου, έχουν αυτό το δικαίωμα, όπως έχουν και το δικαίωμα της ΑΟΖ.

Με τον τρόπο αυτό, η ηγεσία του ΚΚΕ απαιτεί να διεκδικήσει η αστική τάξη την αύξηση της κυριαρχίας της με την αύξηση του ορίου των θαλάσσιων συνόρων της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει ανατροπή των εν ισχύ θαλάσσιων συνόρων των 6 ναυτικών μιλίων και ωθεί τα πράγματα απευθείας σε σύγκρουση, δεδομένου ότι η Τουρκία θεωρεί την αύξηση των ορίων των χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο ως αιτία πολέμου (πράγμα που έχει ψηφίσει η Εθνοσυνέλευσή της το 1995).

Με την υπογραφή και την υπερψήφιση της συμφωνίας με την Ιταλία και την Αίγυπτο και την επέκταση των 12 ν.μ. της Ελλάδας προς Δυσμάς, ο πρωθυπουργός της χώρας αναφώνησε από το βήμα της Βουλής: η Ελλάδα μεγάλωσε! Πράγμα που είχε επισημάνει παλιότερα και ο Υπουργός Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ, Ν. Κοτζιάς.

Αφού «η Ελλάδα μεγάλωσε», τότε τα σύνορά της άλλαξαν σε σχέση με αυτό που ξέραμε μέχρι πρότινος. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Και έτσι πραγματικά είναι, διότι αυτό ακριβώς είναι, με τις σαφείς νομικές και άλλες διαφορές τους, και η επέκταση στα 12 ν.μ. και οι ΑΟΖ: νέα σύνορα στη θάλασσα! Έτσι άλλωστε προσδιόρισε τις ΑΟΖ και ο βουλευτής του ΚΚΕ Γκιόκας, σε ομιλία του στη Βουλή:

«Το τελευταίο διάστημα είναι προφανές ότι πληθαίνουν δεξιά και αριστερά αυτοί που λένε ότι το να μιλάς για ελληνική ΑΟΖ, δηλαδή για την προστασία συνόρων, διότι για αυτό πρόκειται, δεν είναι τόσο προοδευτικό και άλλα τέτοια, που είναι βούτυρο στο ψωμί των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών» (Ο Γ. ΓΚΙΟΚΑΣ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ 2020)

Πώς γίνεται, λοιπόν, η ηγεσία του ΚΚΕ να είναι κατά της αλλαγής των συνόρων και ταυτόχρονα υπέρ αυτής;

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σύνθημα, με το οποίο η ηγεσία του ΚΚΕ εναντιώνεται στη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο, πρέπει να πούμε πως ένα τέτοιο σύνθημα είναι πρωτόγνωρο στα κομμουνιστικά και εργατικά χρονικά. Δεν το έχουμε συναντήσει στο γραπτά των κλασικών του μαρξισμού-λενινισμού, στα ντοκουμέντα κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, δεν το έχουμε ξανασυναντήσει πουθενά στις εργατικές διεκδικήσεις και στις εμπειρίες του εργατικού κινήματος.

Με αυτόν τον τρόπο η ηγεσία του ΚΚΕ προβάλει μια άκρως επικίνδυνη, για τα εργατικά συμφέροντα, πολιτική, η οποία περιέχει πολλές αποχρώσεις ρεβανσισμού, τυχοδιωκτισμού, μιλιταρισμού.

Η ηγεσία του ΚΚΕ έφτασε στο συμπέρασμα πως όλοι οι Δυτικοί αστικοί παράγοντες, ξένοι και ντόπιοι, κατατείνουν προς τη συνεκμετάλλευση, διότι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ θέλουν να ικανοποιήσουν τον Ερντογάν για να τον κρατήσουν στο πλευρό τους και να τον τραβήξουν από τα δίχτυα του Πούτιν. Στην κατεύθυνση αυτή και για τον σκοπό αυτό, οι εταίροι πιέζουν την Ελλάδα να κάνει υποχωρήσεις από τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να προχωρήσει με την Τουρκία σε συνεκμετάλλευση του Αιγαίου.

Μια τέτοια προσπάθεια μπορεί να βρίσκεται όντως σε εξέλιξη. Είναι απολύτως λογικό να γίνονται τέτοιες κινήσεις από πλευράς ΝΑΤΟ, Αμερικάνων, Γερμανών και άλλων.

Προς τα εκεί όμως τείνουν τα γεγονότα; Προς τα εκεί γέρνει η πλάστιγγα σήμερα; Και αυτό είναι το μείζον για την εργατική τάξη; Να εναντιωθεί στη συνεκμετάλλευση;

Η ηγεσία του ΚΚΕ κάνει μια τέτοια εκτίμηση, πως όλες οι προσπάθειες κατατείνουν προς τη συνεκμετάλλευση, γιατί περί εκτίμησης πρόκειται, χωρίς να παίρνει υπόψη της τι λέει το αδελφό ΚΚ Τουρκίας αλλά και αξιωματούχοι της ΕΕ.

Εμείς έχουμε μια άλλη εκτίμηση. Η εκτίμησή μας είναι ότι τα πράγματα οδηγούνται σε σύγκρουση. Ποια ακριβώς μορφή θα πάρει αυτή δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Πολλοί είναι οι παράγοντες που μας οδηγούν σε αυτή την εκτίμηση.

Πρώτον, είναι η καπιταλιστική κρίση η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη και η βαθιά ύφεση η οποία πυροδοτήθηκε από την πανδημία του κορωνοϊού, που παροξύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών και των καπιταλιστικών κρατών.

Δεύτερο, είναι οι διεκδικήσεις των καπιταλιστών και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου αλλά και από διάφορες πλευρές της Μεσογείου, ιδιαίτερα μετά το 2010, μετά δηλαδή την ανακάλυψη ενεργειακών κοιτασμάτων από το Ισραήλ, την Αίγυπτο, και την Κύπρο, και την εμπλοκή των μεγάλων ιμπεριαλιστών – των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Ρωσίας – στο διαμερισμό των πηγών και τον έλεγχο των δρόμων της ενέργειας στη Συρία και στη Λιβύη, την πολιτική επιρροή του καθενός και τις συμμαχίες του. Πρόκειται για διεκδικήσεις αλληλοαποκλειόμενες και αλληλοσυγκρουόμενες. Πράγμα που εμποδίζει την εξεύρεση λύσης που να ικανοποιεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

Αυτή η κατάσταση στη Μεσόγειο και οι διάφορες συμμαχίες που έχουν συναφθεί, κυρίως η συμμαχία της Ελλάδας με τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την ελληνοκυπριακή αστική τάξη, επηρεάζει και τα ελληνοτουρκικά και δημιουργεί μια κατάσταση η οποία μειώνει σημαντικά τα περιθώρια συνεννόησης στην κατεύθυνση της συνεκμετάλλευσης του Αιγαίου.

Πέραν τούτου στο εσωτερικό των δύο χωρών, της Ελλάδας και της Τουρκίας και με ευθύνη των αστικών τάξεων και των κυβερνήσεων των δύο χωρών, αλλά και με συνευθύνη των υπολοίπων δυνάμεων του κοινοβουλίου, έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα αντιπαλότητας και εχθρότητας, το οποίο δεν επιτρέπει την οπισθοχώρηση και τη συνεννόηση αλλά τείνει προς τη σύγκρουση. Και αυτό διότι, αν κάνουν πίσω οι κυβερνώντες, και οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη, θα κατηγορηθούν για προδοσία.

Ως εκ τούτου θεωρούμε πως η τάση δεν είναι να τα βρούνε, αλλά να συγκρουστούν!

Επικουρικά προς το συμπέρασμα αυτό, έρχονται να συνηγορήσουν οι δηλώσεις του Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών, μετά την πρόσφατη επίσκεψή του σε Ελλάδα και Τουρκία, ο οποίος, αφού κάλεσε σε διάλογο τις δύο χώρες, ταυτόχρονα μίλησε για «βαθιές διαφορές» και πιο συγκεκριμένα «…Ο Μάας ένιωσε πόσο βαθύ είναι το χάσμα» και δήλωσε απογοητευμένος ως προς αυτή την προοπτική.

Αλλά και η εκτίμηση του ΚΚ Τουρκίας βρίσκεται σε μια αντίστοιχη κατεύθυνση και δεν συμπίπτει με αυτή του ΚΚΕ. Η Σενέμ Ντορούκ, ΓΓ της Κομμουνιστικής Νεολαίας Τουρκίας και μέλος της ΚΕ του ΚΚ Τουρκίας σε συνέντευξή της, αποσπάσματα της οποίας δημοσίευσε ο Ριζοσπάστης το Σάββατο 25/7/20, λέει τα εξής:

«…Είναι γεγονός ότι η στάση του Ερντογάν παίζει σημαντικό ρόλο στην ένταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όμως ο ισχυρισμός ότι αυτή η ένταση οφείλεται μόνο στην προσέγγιση του Ερντογάν δεν μας επιτρέπει να δούμε το εξής: όπως προανέφερα, το ΝΑΤΟ δεν είναι οργανισμός ειρήνης αλλά πολέμου. Όσο οι ανταγωνισμοί στο ιμπεριαλιστικό σύστημα οξύνονται, τόσο έρχονται στο φως ο ανταγωνισμός και οι συμμαχίες μεταξύ των χωρών (...) Είναι ξεκάθαρος ο λόγος γιατί το κεφάλαιο προκαλεί εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι το μοίρασμα των φυσικών πόρων της περιοχής και ανταγωνισμός για την κατανομή τους. Γι’ αυτή την ένταση υπεύθυνες είναι οι αστικές τάξεις και των δύο χωρών.»

Και συνεχίζει: «…Ο ανταγωνισμός και οι εντάσεις ανάμεσα στις αστικές τάξεις της Τουρκίας και της Ελλάδας δεν είναι πιθανό να μειωθούν μέσω των διευθετήσεων που προτείνουν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Παραμένει επίκαιρη και πραγματική η πιθανότητα μιας στρατιωτικής σύγκρουσης».

Με βάση τα παραπάνω «παραμένει επίκαιρη και πραγματική η πιθανότητα μιας στρατιωτικής σύγκρουσης» και το καθήκον της αποτροπής της το επιφορτίζονται, πρέπει να το επιφορτιστούν, οι κομμουνιστές οι οποίοι πρέπει να αναδείξουν σε μείζον πολιτικό ζήτημα ακριβώς αυτή την πιθανότητα, την πιθανότητα της πολεμικής σύγκρουσης και τους υπαίτιους. Αλλιώς θα είναι ακολουθητές των γεγονότων και θα βγουν στον αφρό και θα παίξουν ρόλο αστοί πολιτικοί που είναι πράγματι υπέρ της καπιταλιστικής συνεκμετάλλευσης «για χάρη της ειρήνης». Και οι οποίοι όμως, σαν πολιτικό προσωπικό της καπιταλιστικής τάξης που είναι, δεν είναι σε θέση να την εξασφαλίσουν, όπως δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν την κοινωνική πρόοδο και ευημερία.

Οι κομμουνιστές πρέπει να βγουν στην κοινωνία με το σύνθημα «ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ-ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΟΥΡΣΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ», «Ειρήνη - δουλειά με δικαιώματα -κοινωνική δικαιοσύνη!»

Με αυτό το σύνθημα πρέπει να κάνουμε δουλειά στις μάζες και όχι με το γελοίο και επικίνδυνο σύνθημα που παραπλανεί και δηλητηριάζει την εργατική τάξη, «ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ» το οποίο, εκτός των άλλων, υπηρετεί την μοναχοφαγία της ντόπιας αστικής τάξης.

Να αναδείξουμε την ευθύνη των αστικών τάξεων των δύο χωρών και των κυβερνήσεών τους που σπρώχνουν τα πράγματα προς τον όλεθρο του πολέμου ο οποίος, από όποια πλευρά του Αιγαίου και αν ξεκινήσει θα είναι πόλεμος καταστροφικός, άδικος, ιμπεριαλιστικός και από τις δύο πλευρές και η κυβέρνηση που θα μας οδηγήσει σε μια τέτοια περιπέτεια πρέπει να ανατραπεί και να αντικατασταθεί από μια εργατική επαναστατική κυβέρνηση, η οποία θα εργαστεί για την ειρήνη, την εργασία με δικαιώματα, την κοινωνική πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη. Για να επιτύχει το σκοπό της μια τέτοια κυβέρνηση θα προχωρήσει σε απευθείας διάλογο με την Τουρκία και μπορεί να δεσμευτεί, στη βάση των αμοιβαίων συμφερόντων και για την ειρήνη, για την από κοινού εκμετάλλευση των πηγών ενέργειας που κρίνονται εκμεταλλεύσιμες με προστασία του περιβάλλοντος και της φύσης.

Μια τέτοια κυβέρνηση μπορεί να διευθετήσει και όσα ζητήματα παραμένουν ως πεδία διαμάχης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία και τα οποία οι αστικές τάξεις των δύο χωρών δεν μπορούν να λύσουν με ειρηνικό τρόπο, καθώς πάνω απ’ όλα βάζουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου και τις ανάγκες της αναπαραγωγής και κερδοφορίας του.

Και μπορεί μόνο μια επαναστατική εργατική κυβέρνηση να λύσει τα προβλήματα αυτά, γιατί θα τα λύσει με βάση τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του επαναστατικού της ρόλου, κερδίζοντας πρώτα και κύρια την εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη της εργατικής τάξης της Τουρκίας και των άλλων χώρων.

Με γνώμονα αυτά τα συμφέροντα μπορεί να γίνει και η διευθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ  με βάση τον πιο δίκαιο τρόπο για να ικανοποιηθούν οι εργατικές τάξεις των δύο χώρων (π.χ. λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους πληθυσμούς που θα επηρεαστούν – θετικά και αρνητικά – από τις σχετικές έρευνες και εξορύξεις).

Το βασικό όμως για να μπορούμε να μιλάμε για επανάσταση και ανατροπή της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα και για τη λύση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων είναι να συνδεθεί αυτή η προοπτική με τα γεγονότα που εξελίσσονται σήμερα μπροστά μας. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με τα συνθήματα που προβάλλει το ΚΚΕ τα οποία εντείνουν τον σωβινισμό και στοιχίζουν την εργατική τάξη πίσω από το άρμα του εθνικισμού και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Η εργατική τάξη και η νεολαία έχει κάθε λόγο να είναι από αδιάφορη ως εχθρική απέναντι στα προβλήματα των καπιταλιστών για το μοίρασμα του θαλάσσιου πλούτου.

Αδιάφορη γιατί έχει ζήσει, συνεχίζει να ζει και θα ζήσει ακόμα περισσότερη εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές και την πολιτική υπέρ τους που εφάρμοσαν οι αστικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥΡΙΖΑ, τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια.

Εχθρική γιατί αντιλαμβάνεται, έστω και θολά, ότι μια τέτοια διευθέτηση των θαλάσσιων συνόρων θα χαραχθεί με το αίμα της. Οι κομμουνιστές θα πρέπει να εντείνουν ακριβώς αυτήν τη αυθόρμητη τάση των εργαζόμενων μαζών να μην πολεμήσουν για το αν η τάδε ή δείνα εταιρεία της Ελλάδας θα αποκτήσει υπεργολαβικά συμβόλαια για την εξόρυξη και τη μεταφορά φυσικού αερίου ή πετρελαίου από κάποια ξένη πολυεθνική, αντί αυτά τα συμβόλαια να τα πάρει μια τουρκική εταιρεία. Οι κομμουνιστές θα πρέπει να μετατρέψουν αυτήν την τάση σε συνειδητή στάση για την ανατροπή της αστικής εξουσίας και όχι σε υποστήριξη των εθνικιστικών οραμάτων της αστικής τάξης για μεγάλωμα της εξουσίας, των συνόρων και του πεδίου δράσης της.

Από αυτήν την άποψη, η στάση και η πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ προσφέρει κάκιστη υπηρεσία στην εργατική τάξη της Ελλάδας, και γι’ αυτό πρέπει να απομονωθεί από κάθε συνειδητό εργάτη και εργάτρια, κάθε κομμουνιστή και κομμουνίστρια που θέλουν να παραμείνουν κομμουνιστές και διεθνιστές.

Δημήτρης Κάβουρας