[2015-01-15] Απόφαση Πολιτικής Επιτροπής

1α Οικονομικές εξελίξεις

 Η εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης

 Σε όλες τις αναλύσεις που δημοσιοποιούνται σωρηδόν με το τέλος του χρόνου, οι αστοί αναλυτές και τα αστικά ιδρύματα αναφέρουν ως κρίσιμο ζήτημα για την εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας τη συνεχιζόμενη αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ξεπεράσει την κρίση.

Τον Απρίλιο του 2014 το ΔΝΤ προέβλεψε ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας κατά 3,6% σε σχέση με το 2013. Τον Οκτώβριο η πρόβλεψη αυτή αναθεωρήθηκε προς τα κάτω, σε 3,3%. Βασικός παράγοντας για αυτό είναι οι πολύ χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της ΕΕ, της Ιαπωνίας, και των αναδυόμενων οικονομιών. Στην Ευρωζώνη η ανάπτυξη του ΑΕΠ προβλέπεται να είναι μόλις 0,8 % για το 2014 (τον Απρίλιο, το ΔΝΤ είχε προβλέψει αύξηση κατά 1,2%). Το πρόβλημα δεν βρίσκεται πια στις χώρες της περιφέρειας αλλά στις χώρες του πυρήνα της ΕΕ. Έτσι, η πρόβλεψη του ΔΝΤ τον Απρίλιο για ανάπτυξη 1,7% στη Γερμανία, έγινε 1,4% τον Οκτώβριο. Αντίστοιχα, η πρόβλεψη για 1% ανάπτυξη στη Γαλλία, έγινε 0,4%, για την Ιταλία η πρόβλεψη για 0,6% ανάπτυξη του ΑΕΠ, έγινε -0,2%.

 

Το πρόβλημα που αναγνωρίζουν οι αστοί αναλυτές σε σχέση με την ευρωζωνική οικονομία είναι η έλλειψη επενδύσεων και η μείωση των εξαγωγών, αποτέλεσμα που έχει να κάνει με την συνεχιζόμενη κρίση και στην ευρωζώνη (βασικό εξαγωγικό προορισμό της γερμανικής βιομηχανίας) αλλά και του υπόλοιπου πλανήτη. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζουν τον επιβραδυντικό ρόλο που έπαιξε η σύγκρουση στην Ουκρανία και το εμπάργκο, δηλαδή, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Μάλιστα, αναγνωρίζουν αυτόν τον παράγοντα ως επιβραδυντικό για την παγκόσμια οικονομία γενικά, αλλά οι προβλέψεις για το 2015 στηρίζονται στην παραδοχή ότι αυτές θα εξομαλυνθούν, πράγμα που αποτελεί μάλλον ευσεβή πόθο και θέτει εν αμφιβόλω και την ακρίβεια των προβλέψεων για το επόμενο έτος.

 

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το γιατί οι καπιταλιστές δεν επενδύουν τα κέρδη τους. Ας δούμε καταρχήν τα παρακάτω διαγράμματα που δείχνουν το πρόβλημα που υπάρχει με τις επενδύσεις. Το αριστερό διάγραμμα δείχνει ποσοστό των επενδύσεων κατά κεφαλήν παίρνοντας ως βάση (=100) τις επενδύσεις του έτους 2005. Αυτό που φαίνεται είναι ότι οι επενδύσεις είχαν σοβαρή πτώση κατά τη διάρκεια ξεσπάσματος της κρίσης από το 2007 ως το 2011 αλλά η ανάκαμψή τους δεν έφτασε στα προ κρίσης επίπεδα τα επόμενα χρόνια. Τη χειρότερη επίδοση έχουν οι επενδύσεις στην Ευρωζώνη που υπολείπονται ακόμη του επιπέδου που είχαν προ της κρίσης. Από την άλλη, το δεξί διάγραμμα δείχνει ότι δεν είναι σωστή η ανάλυση των Κεϋνσιανών που επιρρίπτουν την αδύναμη ανάκαμψη στην αδύναμη κατανάλωση. Η ιδιωτική κατανάλωση έπεσε στη διάρκεια της κρίσης αλλά όχι σημαντικά και δεν μπορεί να είναι ο βασικός λόγος του γεγονότος ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης κινούνται χαμηλότερα από την τάση που υπήρχε πριν το ξέσπασμα της κρίσης.

 

Το ότι η παγκόσμια οικονομία δεν έχει καταφέρει να φτάσει το επίπεδο ρυθμών ανάπτυξης που είχε πριν το 2007 φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα. Ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ για το διάστημα 1995-2007 βρισκόταν στο 4% πριν την κρίση. Η παγκόσμια οικονομία δεν έχει φτάσει ακόμα σε αυτό το επίπεδο 7 χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Αυτή είναι η πιο αργή ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας από κρίση μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και οι ίδιοι οι αστοί αναλυτές και τα όργανά τους το αναγνωρίζουν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι θα πάρει άλλα 6 ώς 8 χρόνια για να φτάσει η ΕΕ στα επίπεδα εισοδήματος που υπήρχαν προ κρίσης (πόσα χρόνια θα χρειαστούν άραγε για την Ελλάδα για να έχουμε ως κατώτατο μισθό τα 750 ευρώ;)

Το ζήτημα είναι λοιπόν ότι υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ επενδύσεων και αύξησης του ΑΕΠ, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα [αφορά τη σχέση του ποσοστού επενδύσεων (μπλε γραμμή) και το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ (κόκκινη γραμμή) των ΗΠΑ], και το ερώτημα είναι ακριβώς τι εξηγεί τελικά την επιφυλακτικότητα των καπιταλιστών να κάνουν επενδύσεις.

Προφανώς μια άλλη αγαπημένη εξήγηση των Κεϋνσιανών και αστών αναλυτών που θεωρούν ως λόγο των χαμηλών επενδύσεων την ψυχολογία των καπιταλιστών δεν αποτελεί καν σοβαρή εξήγηση για να ασχοληθεί κανείς, καθώς είναι καθαρά απολογητική του καπιταλισμού τοποθετώντας το πρόβλημα της κρίσης σε εξωγενείς παράγοντες και όχι στα χαρακτηριστικά της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στην πραγματικότητα αυτό που παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιθυμία των καπιταλιστών να επαναπενδύσουν ή όχι τα κέρδη που αποσπούν από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης είναι το ποσοστό κέρδους που αναμένουν από την επένδυση. Όταν το ποσοστό κέρδους πέφτει, τότε αργά ή γρήγορα θα μειωθούν και οι επενδύσεις. Αυτό φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα όπου περίοδοι κρίσης (με γκρι) φαίνεται ότι προαναγγέλλονται από την πτώση των κερδών που επηρεάζει την πτώση των επενδύσεων.

 Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καπιταλιστές δεν έχουν κέρδη. Το αντίθετο: η μάζα του κέρδους έχει αυξηθεί, καθώς έχει αυξηθεί η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης (με την συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης, τις απολύσεις και την ακόλουθη υπερεργασία, κτλ). Το ποσοστό κερδών όμως που υπολογίζεται σε σχέση με τις επενδύσεις των καπιταλιστών δεν έχει φτάσεις στα προ της κρίσης επίπεδα.

Επιπλέον, η περίοδος της κρίσης κληρονόμησε ένα τεράστιο χρέος στους καπιταλιστές καθώς η τακτική που ακολούθησε η αστική τάξη για να εμποδίσει την κρίση είναι κυριολεκτικά το μπούκωμα με δις των καπιταλιστικών εταιριών και τραπεζών σε φτηνά δάνεια. Το χρέος αυτό παραμένει να κρέμεται πάνω από τους καπιταλιστές οι οποίοι πρέπει να το ξεπληρώσουν. Το χρέος όμως είναι μια μορφή κεφαλαίου που όσο παραμένει εμποδίζει τους καπιταλιστές να σκεφτούν για παραπέρα επενδύσεις. Εκτός φυσικά αν πάρουν απόφαση να το καταργήσουν, δηλαδή να καταστρέψουν κεφάλαιο, πράγμα που φυσικά ο κάθε καπιταλιστής θέλει να γίνει σε βάρος των άλλων καπιταλιστών και κάθε καπιταλιστικό κράτος σε βάρος των άλλων καπιταλιστικών κρατών. Πράγμα που εν μέρει εξηγεί την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Το σίγουρο είναι ότι και ο επόμενος χρόνος θα χαρακτηρίζεται από χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία δεν έχει αποκτήσει ταχύτητα διαφυγής από την κρίση. Αυτό είναι ένδειξη ότι η κρίση δεν κατάστρεψε κεφάλαιο, και γενικά παραγωγικές δυνάμεις, σε επαρκή βαθμό ώστε να ξεκινήσει μια περίοδο ταχείας ανάκαμψης.

 

Οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα

Οι επιτυχίες της πολιτικής των μνημονίων σε βάρος της εργατικής τάξης αποτυπώνονται στα στοιχεία. Το εργατικό κόστος στην Ελλάδα των μνημονίων έχει μειωθεί κατά 30% κατά μονάδα, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, που παίρνει σαν βάση (δείκτης 100) το εργατικό κόστος το 2000.

Σύμφωνα με τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις του ΙΚΑ (Δεκ. 2013) το 30% των εργαζομένων πληρώνονται με 600 ευρώ μεικτά, και το 60% κάτω από 1.100 ευρώ μεικτά. Στη χειρότερη μοίρα βρίσκεται οι νέοι εργαζόμενοι. Έτσι, σύμφωνα με τις καταστάσεις του ΙΚΑ, 15.865 μισθωτοί ηλικίας από 15 έως 19 ετών εμφανίζονται με μέσο μισθό μόλις 271,93 ευρώ μεικτά, ενώ 120.000 μισθωτοί ηλικίας από 20 έως 24 ετών λαμβάνουν μέσο μισθό 489 ευρώ μεικτά. Ένας στους 4 εργάζεται με μερική απασχόληση.

Η δραματική συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης, καθώς και όλα εκείνα τα μέτρα («μεταρρυθμίσεις») που αδυνατίζουν τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους (π.χ., η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων), είναι από τις μεγάλες στρατηγικές νίκες των καπιταλιστών σε βάρος της εργατικής τάξης. Αυτό το πλεονέκτημα οι καπιταλιστές δεν πρόκειται να το απεμπολήσουν και γι’ αυτό μια αλλαγή πολιτικού σκηνικού με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όπου θα επιχειρηθεί ανατροπή αυτής της κατάστασης, θα βρει απέναντί της σύσσωμη της αστική τάξη και τους μικροαστούς. Οι τελευταίοι βασίζουν πλέον την επιβίωσή τους στη συνέχιση πολιτικών που συμπιέζουν την τιμή της εργατικής δύναμης.

Οι καπιταλιστές χάρη σ’ αυτήν την πολιτική έχουν καταφέρει να κάνουν τα κέρδη τους να ανακάμψουν αισθητά, αν και όχι στα προ κρίσης επίπεδα (όπως φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα).

Από την άλλη, σε σχέση με το δεύτερο στόχο αυτής της πολιτικής, την τιθάσευση του χρέους, τα πράγματα δεν πάνε καλά για την αστική τάξη αφού το χρέος παραμένει υψηλό και οι δανειακές υποχρεώσεις της Ελλάδας είναι αδύνατο να εκπληρωθούν.

Οι δανειακές υποχρεώσεις της Ελλάδας για το 2015 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα (ο πίνακας προέρχεται από την Καθημερινή στις 21 Δεκ. πριν να γίνουν γνωστό ότι οδεύουμε για εκλογές στις 25 Γενάρη):

Λίγο πιο χοντρά: από τα 22,5 δισ. που πρέπει να δοθούν για τις λήξεις των ομολόγων, τα 17,8 πρέπει να αποπληρωθούν ως τον Αύγουστο.

Αυτό που συμβαίνει, είναι ότι το πρόγραμμα χρηματοδότησης από το μηχανισμό στήριξης τελειώνει το 2014 (υπάρχει ένα υπόλοιπο 7,1 δισ. από το ΔΝΤ που έπρεπε να αποδοθεί το 2014 και το ΔΝΤ ακόμα δεν τα έχει δώσει μέχρι να γίνει εκτίμηση της βιωσιμότητας του χρέους και τα οποία δεν θα τα δώσει αν η Ελλάδα περάσει στην προληπτική γραμμή πίστωσης) και συνεχίζεται μόνο η χρηματοδότηση από το ΔΝΤ (12 δισ. μέχρι το τέλος του 2016). Ταυτόχρονα, λήγουν διάφορα δάνεια ή πρέπει να αποπληρωθούν τόκοι (στο ύψος των ποσών που φαίνονται στον ανωτέρω πίνακα). Για την περίοδο που ξεκινά μετά από τις 28 Φλεβάρη, η Ελλάδα έχει τις εξής δυνατότητες, εντός του αστικού πλαισίου, για να αποπληρώσει αυτά τα ποσά: τη χρηματοδότηση του ΔΝΤ, το πρωτογενές πλεόνασμα, το πλεόνασμα του ΤΧΣ, τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις, τη χρηματοδότηση απευθείας από τις αγορές με την έκδοση ομολόγων, την οποία εγγυάται η ύπαρξη μιας προληπτικής γραμμής πίστωσης. Αν όλα τα υπόλοιπα δεν δουλέψουν, η προσφυγή στην  πιστωτική γραμμή γίνεται αναγκαστική και τότε λειτουργεί ως μορφή νέου δανεισμού και απαιτεί νέο πρόγραμμα (μνημόνιο). Είναι στη βάση αυτή που οι αστικές δυνάμεις εκβιάζουν για τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής καθώς οποιαδήποτε διαφορετική, φιλολαϊκή, πολιτική οδηγεί πρακτικά σε χρεοκοπία: οδηγεί σε άρνηση του ΔΝΤ να χρηματοδοτήσει την Ελλάδα, σε εξανέμιση του πρωτογενούς πλεονάσματος, σε μηδενικά έσοδα από αποκρατικοποιήσεις, σε αύξηση του κόστους δανεισμού από τις αγορές, κτλ. Προσφυγή στην προληπτική γραμμή στήριξης σημαίνει νέο μνημόνιο.

Επομένως, η μη συμφωνία με την τρόικα και η έξοδος από το Μνημόνιο δημιουργούν αυτομάτως ένα κενό 31,7 δισ. (προσθέστε στα 22,5 δισ. τα 7,1 δισ. και τα 12 δισ. που έχει να λαμβάνει η Ελλάδα από το ΔΝΤ).

Τέλος, η χρηματοδότηση των τραπεζών από την ΕΚΤ διακόπτεται, με αποτέλεσμα να πρέπει να χρηματοδοτήσουν ρευστότητα περίπου 45 δισ. μέσω του μηχανισμού έκτακτης ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.

Τα παραπάνω θα είναι η βάση των εκβιασμών που θα ασκήσει η αστική τάξη στο ΣΥΡΙΖΑ για την πολιτική που θα ακολουθήσει. Παρόλο που η ίδια η αστική τάξη έχει συμφέρον από μια επαναδιαπραγμάτευση που με κάποιο τρόπο θα απομειώσει το χρέος (ή θα επιμηκύνει την περίοδο αποπληρωμής), δεν είναι διατεθειμένη να απωλέσει το έδαφος που κατέκτησε σε βάρος της εργατικής τάξης για να το επιτύχει αυτό. Από την πλευρά της η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να διατηρεί ελπίδες ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει το γεγονός ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο ως επιχείρημα για επαναδιαπραγμάτευση. Αν δεν μπούμε σε τροχιά σύγκρουσης με την Ε.Ε. και η ευρωπαϊκή αστική τάξη δεν αποφασίσει την έξοδο της Ελλάδας από το Ευρώ, η μόνη ορατή λύση είναι η ελάφρυνση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους με τη επιμήκυνση της αποπληρωμής του. Είναι μάλλον απίθανο να δεχθούν οι δανειστές το κούρεμα του χρέους καθώς αυτό θα αποτελέσει κακό προηγούμενο.

 

1β Πολιτικές εξελίξεις

Το καθοριστικό στοιχείο των εξελίξεων είναι ότι το μνημόνιο είναι η μοναδική στρατηγική που έχει σήμερα η αστική τάξη, όπως αποδεικνύεται από τα σχεδόν 5 χρόνια εφαρμογής του μνημονίου. Συνέπεια αυτής της στρατηγικής είναι και η επιδίωξη της α.τ. για μια κυβέρνηση δεσμευμένη στη μνημονιακή πολιτική. Καμία ανοχή δεν πρόκειται να υπάρξει στην ανάδειξη μιας κυβέρνησης που διακηρύττει την ανατροπή αυτής της πολιτικής και καμία ανοχή δεν πρόκειται να επιδειχθεί απέναντι σε οποιαδήποτε κίνηση αμφισβήτησης του μνημονίου από μια τέτοια κυβέρνηση.

Στην επερχόμενη εκλογική μάχη τα κόμματα του μνημονιακού μπλοκ συσπειρώνονται και διατάσσονται έτσι ώστε να διεκδικήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Στόχος τους θα είναι η ανάδειξη μνημονιακής κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή. Ναυαρχίδα αυτής της προσπάθειας είναι η Νέα Δημοκρατία, η οποία θα διεκδικήσει την πρώτη θέση. Σε αυτήν την αναμέτρηση, το μνημονιακό μπλοκ πάει με χειρότερους όρους από το 2012 κι αυτό γιατί και το «κοινό» στο οποίο μπορούν να απευθύνουν την τρομοκρατική τους εκστρατεία είναι μικρότερο (εργαζόμενοι και μικρομεσαίες επιχειρήσεις), αλλά και απουσιάζει από την πολιτική τους κάποια ορατή θετική προοπτική. Κυρίως θα ποντάρουν στην απουσία πειστικού εναλλακτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που τα αστικά μνημονιακά κόμματα προβάλουν είναι βάσιμο:  Δεν υπάρχει καμία άλλη προοπτική σε συνθήκες αστικής κυριαρχίας. Όποιος προσπαθήσει να ισορροπήσει τη διατήρηση της αστικής κυριαρχίας με φιλολαϊκή πολιτική απλά θα σπάσει τα μούτρα του αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα. Πάνε λοιπόν στις εκλογές προβάλλοντας σαν αυτοί που θα εγγυηθούν τη σταθερότητα και θα τους σιγοντάρει σε αυτό η - έμπρακτη πλέον – τρομοκρατία των αγορών.

Από την άλλη μεριά, οι διαφορετικές στρατηγικές στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ήδη αρχίζουν να εκδηλώνονται με αφορμή την κατάρτιση των ψηφοδελτίων. Η ακύρωση της συμφωνίας Τσίπρα με τη ΔΗΜΑΡ από την Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ σηματοδοστεί την απώλεια της πλειοψηφίας από το προεδρικό μπλοκ σε Πολιτική Γραμματεία και Κεντρική Επιτροπή κι αυτός είναι ο λόγος σύγκλισης του διαρκούς συνεδρίου - παρωδία στις 3 και 4 Γενάρη. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρά τις αντιφάσεις του και την αδυναμία διατύπωσης συνεκτικής πρότασης, παραμένει ο βασικός υποδοχέας της δυσαρέσκειας και το βασικό ψηφοδέλτιο στο οποίο στηρίζονται οι ελπίδες της εργατικής τάξης. Παρά το χαμήλωμα του πήχη των προσδοκιών, οι προσδοκίες είναι υπαρκτές και θα ασκήσουν πίεση σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχει ενισχύσει το τελευταίο διάστημα το φιλο-ΕΕ προφίλ της, καθώς και την καλλιέργεια αυταπατών για τις δυνατότητες από μια σκληρή διαπραγμάτευση. Η απότομη προσγείωση από την άκαμπτη στάση των δανειστών, σε συνδυασμό με φαινόμενα οικονομικής κατάρρευσης (χρηματιστήριο, επιτόκια ομολόγων, ελλείψεις εμπορευμάτων), πιθανόν να οδηγήσει σε καθήλωση τις όποιες διαθέσεις αντίστασης και κινητοποίησης των εργατικών στρωμάτων. Η ανάδειξη των πραγματικών διλημμάτων και η σύνδεση της κατάργησης του μνημονίου με μια εφ’ όλης της ύλης σύγκρουση με την αστική τάξη, μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο για την επόμενη μέρα.

Το ρεύμα προς το ΣΥΡΙΖΑ πιέζει αφόρητα την κομμουνιστική Αριστερά, η οποία δίνει αγώνα επιβίωσης, χωρίς όμως να έχει γραμμή που να δίνει απαντήσεις στην κατάσταση και χωρίς να μπορεί να διατυπώσει συγκεκριμένη πρόταση που να περιγράφει μια πειστική προοπτική, πληρώνοντας έτσι την άρνησή της στην προηγούμενη φάση να διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία.

 

 Η τακτική μας στην εκλογική μάχη και μετά από αυτήν

Η ιδιομορφία και αυτής της εκλογικής μάχης, όπως και αυτής του 2012 είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ρεφορμιστικό κόμμα το οποίο διεκδικεί την κυβέρνηση και το οποίο έχει υιοθετήσει και προβάλει ένα στόχο (την κατάργηση του μνημονίου), ο οποίος μπορεί να υλοποιηθεί μόνο επαναστατικά. Αυτό δίνει πεδίο στους κομμουνιστές να αποδείξουν ότι αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μόνο με την εφαρμογή του δικού τους προγράμματος. Όμως για να το κάνουν αυτό πρέπει να έχουν ακριβή εκτίμηση της κατάστασης και να μπορούν να αναπτύξουν τακτική που να απαντάει στην κατάσταση.

Η βασική μας εκτίμηση σε σχέση με το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι αυτή η κυβέρνηση τελικά θα υποταχθεί στο μνημονιακό πλαίσιο. Ωστόσο, ο δρόμος μέσα από τον οποίον θα καταλήξουμε σε αυτό το σημείο είναι άγνωστος και περιλαμβάνει μια πορεία συγκρούσεων ταξικών και πολιτικών. Επίσης, η εξέλιξη της κατάστασης μετά από μια τέτοια στροφή του ΣΥΡΙΖΑ θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες και κυρίως από τη στάση της εργατικής τάξης και του κινήματός της.

Η κυβέρνηση που μπορεί να προκύψει από την κατάκτηση της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να χαρακτηριστεί σαν φαινομενικά εργατική κυβέρνηση.

«Η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να λάβει υπόψη της τις ακόλουθες δυνατότητες:

Ι. Φαινομενικές εργατικές κυβερνήσεις:

  1. Φιλελεύθερη εργατική κυβέρνηση, μια τέτοια κυβέρνηση υπήρχε στην Αυστραλία, μια τέτοια κυβέρνηση είναι μάλλον επίσης δυνατή σύντομα στην Αγγλία.
  2. Σοσιαλδημοκρατική εργατική κυβέρνηση (Γερμανία).

ΙΙ. Πραγματικές εργατικές κυβερνήσεις:

  1. Κυβέρνηση των εργατών και των φτωχότερων αγροτών. Μια τέτοια δυνατότητα υπάρχει στα Βαλκάνια, στην Τσεχοσλοβακία κτλ.
  2. Εργατική κυβέρνηση με συμμετοχή των κομμουνιστών.
  3. Πραγματική επαναστατική προλεταριακή εργατική κυβέρνηση, η οποία σε καθαρή μορφή μπορεί να συγκροτηθεί μόνον από το κομμουνιστικό κόμμα.

Οι κομμουνιστές είναι πρόθυμοι επίσης να συμπορευτούν με κείνους τους εργάτες οι οποίοι δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί την αναγκαιότητα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι κομμουνιστές είναι επίσης πρόθυμοι, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και με ορισμένες εγγυήσεις, να υποστηρίξουν μια μη καθαρά κομμουνιστική, και μάλιστα ακόμα και μιαν απλώς φαινομενική εργατική κυβέρνηση, μόνο στο μέτρο φυσικά που αυτή αντιπροσωπεύει εργατικά συμφέροντα. Οι κομμουνιστές όμως με τρόπο πειστικό εξηγούν το ίδιο ανοιχτά στην εργατιά ότι χωρίς τον επαναστατικό αγώνα κατά της αστικής τάξης δεν είναι δυνατή ούτε η ανάδειξη ούτε η εδραίωση μιας πραγματικής εργατικής κυβέρνησης. Ως πραγματική εργατική κυβέρνηση μπορεί και πρέπει να θεωρείται μόνο μια κυβέρνηση που είναι αποφασισμένη ν’ αναλάβει στα σοβαρά τον αγώνα κατά της αστικής τάξης για την πραγμάτωση τουλάχιστον των σημαντικότερων καθημερινών αιτημάτων των εργατών. Μόνο σε μια τέτοια εργατική κυβέρνηση μπορούν να συμμετέχουν οι κομμουνιστές.

Οι δυο πρώτες αρχέτυπες μορφές της φαινομενικής εργατικής κυβέρνησης (φιλελεύθερη και σοσιαλδημοκρατική) είναι μη επαναστατικές κυβερνήσεις, μπορούν όμως ανάλογα με τις περιστάσεις να επιταχύνουν τη διαδικασία αποσύνθεσης/διάλυσης της αστικής εξουσίας. Οι δυο άλλες μορφές της εργατικής κυβέρνησης (κυβέρνηση εργατών και αγροτών/ εργατοαγροτική κυβέρνηση, σοσιαλδημοκρατική- κομμουνιστική κυβέρνηση) δεν είναι ακόμα η δικτατορία του προλεταριάτου, δεν είναι ούτε καν ένα ιστορικά αναπόφευκτο στάδιο μετάβασης στη δικτατορία, είναι όμως, οπουδήποτε κι αν πραγματωθούν, μια σημαντική αφετηρία για την κατάκτηση αυτής της δικτατορίας. Η ολοκληρωμένη δικτατορία του προλεταριάτου είναι μόνον εκείνη η πραγματική εργατική κυβέρνηση (με τον αριθμό 5), η οποία αποτελείται από κομμουνιστές».

Με βάση αυτές τις θέσεις, μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να χαρακτηριστεί σαν φαινομενικά εργατική κυβέρνηση. Είναι μια κυβέρνηση που θα αναδειχτεί επειδή  «αντιπροσωπεύει εργατικά συμφέροντα», ενώ η πολιτική αστάθεια που θα προκαλέσει όποια στάση κι αν κρατήσει, μπορεί να επιταχύνει τη διαδικασία αποσύνθεσης της αστικής εξουσίας ανάλογα με τις περιστάσεις.

Οι κομμουνιστές πρέπει να ευνοήσουν το ενδεχόμενο της ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, γιατί αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος να ανοίξει μια περίοδος συγκρούσεων στην οποία θα ξανατεθεί το ζήτημα της εξουσίας. Απέναντι σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να υπάρξει μόνο μια διαμετρικά αντίθετη γραμμή που ευνοεί την επανεκλογή μιας μνημονιακής κυβέρνησης, ενδεχόμενο που θα είναι καταστροφικό για την εργατική τάξη και για το κίνημά της.

Στόχος της προεκλογικής μας δραστηριότητας και της τακτικής μας στις εκλογές είναι να προετοιμαστεί η επόμενη μέρα, να είναι σε όσο το δυνατόν πιο διεκδικητική θέση οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά και να υπάρχει ένα μπλοκ δυνάμεων που θα κατανοεί ότι κινούμαστε σε τροχιά σύγκρουσης και θα μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτό.

Το πρώτο καθήκον που τίθεται επομένως είναι η ενεργοποίηση του μαζικού κινήματος. Πρέπει από τώρα οι εργατικές οργανώσεις να διατυπώσουν αιτήματα προς την επερχόμενη κυβέρνηση και να επιδιώξουν τη δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ πάνω σε αυτά. Μια τέτοια δραστηριότητα, αφενός πυκνώνει το μέτωπο υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ και αφετέρου καθιστά πιο επώδυνη και καταστροφική για τον ΣΥΡΙΖΑ την υπαναχώρηση του και την υποταγή του στις μνημονιακές δεσμεύσεις.

Το δεύτερο καθήκον που μας μπαίνει, είναι η συγκρότηση μετωπικής συσπείρωσης στη βάση του μεταβατικού προγράμματος και με στόχο τη διεκδίκηση της εξουσίας. Μια τέτοια μετωπική συσπείρωση πρέπει να κινηθεί στη βάση της εκτίμησης που περιγράφηκε πιο πάνω, να στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και να επιδιώξει να συγκεντρώσει δυνάμεις με στόχο τη μάχη που θα ανοίξει αμέσως μετά την 25η Ιανουαρίου. Σε αυτήν την κατεύθυνση, μοναδικοί σύμμαχοί μας είναι οι δυνάμεις της Π-1000 και στόχος μας είναι να μετεξελιχτεί αυτή η πρωτοβουλία σε μια υπαρκτή μετωπική συσπείρωση. Θα επιδιώξουμε να καταλήξουμε κοινό προεκλογικό υλικό και να συντονίσουμε τη δράση μας στις λίγες μέρες που απομένουν για τις εκλογές.

Το τρίτο καθήκον σχετίζεται με την ενότητα των κομμουνιστών και αφορά την προσπάθεια ενοποίησης και συσπείρωσης στη βάση της προσπάθειας οικοδόμησης επαναστατικού κόμματος. Πρέπει να είναι σαφές ότι τέτοια απεύθυνση δεν μπορεί να γίνει σε δυνάμεις οι οποίες έχουν ριζικά διαφορετικές εκτιμήσεις για την περίοδο και δεν κατανοούν την κατάσταση και τη δυναμική της. Αναγκαστικά, μια τέτοια προσπάθεια σήμερα περιορίζεται σε ένα στενό εύρος δυνάμεων και αγωνιστών κομμουνιστικής αναφοράς.

 

Η Πολιτική Επιτροπή, 4-1-2015

 

 

Αναζήτηση

Γνώμες